ZoomNews

55% των Γάλλων εκτός ευρωπαϊκής πραγματικότητας

Του Γιώργου Κύρτσου
Η Γαλλία έχει μπει στην τελική ευθεία του πρώτου γύρου των προεδρικών εκλογών, ο οποίος θα πραγματοποιηθεί στις 23 Απριλίου, με τη μια ανατροπή να διαδέχεται την άλλη.
Πρώτα ηττήθηκαν οι επικρατέστεροι υποψήφιοι για το προεδρικό χρίσμα στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και στο Σοσιαλιστικό Κόμμα. Ο Σαρκοζί και ο Ζιπέ ηττήθηκαν από τον Φιγιόν στις προκριματικές εκλογές των Ρεπουμπλικάνων. Ο Ολάντ δεν τόλμησε να βάλει ξανά υποψηφιότητα και στη συνέχεια ο Βαλς, ο οποίος κατείχε την πρωθυπουργία για ένα μεγάλο διάστημα επί προεδρίας Ολάντ, ηττήθηκε από τον εκπρόσωπο της αριστερής πτέρυγας Αμόν. Κατόπιν απαξιώθηκε η υποψηφιότητα του Φιγιόν εξαιτίας των αποκαλύψεων για την αργομισθία που είχε εξασφαλίσει στη σύζυγό του μέσω του βουλευτικού του γραφείου, ενώ ο Αμόν κατέρρευσε δημοσκοπικά. Αν οι δημοσκοπήσεις έχουν σχέση με την πραγματικότητα, τα δύο κόμματα εξουσίας δεν θα εκπροσωπηθούν στον κρίσιμο δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών, γιατί ο υποψήφιος των Ρεπουμπλικάνων κ. Φιγιόν δίνει τη μάχη για την τρίτη-τέταρτη θέση, ενώ ο υποψήφιος των Σοσιαλιστών κ. Αμόν βρίσκεται στην πέμπτη θέση με μονοψήφιο ποσοστό.
Οι ανατροπές όμως δεν σταματούν εδώ. Το φαινόμενο των τελευταίων εβδομάδων είναι ο υποψήφιος της ριζοσπαστικής Αριστεράς, ο οποίος υποστηρίζεται από το Κ.Κ. Γαλλίας, κ. Μελανσόν, ο οποίος καλπάζει δημοσκοπικά και έχει ανέβει από το 12%-13%, όπου έδινε μάχη με τον κ. Αμόν, στο 18%-19%, όπου δίνει μάχη με τον κ. Φιγιόν, και ορισμένοι αναλυτές θεωρούν ότι μπορεί να σπάσει το φράγμα του 20%, για να αναμετρηθεί με την υποψήφια του ακροδεξιού Εθνικού Μετώπου κ. Λεπέν και τον ανεξάρτητο φιλελεύθερο υποψήφιο κ. Μακρόν. Οι δύο τελευταίοι έδιναν προ ολίγων εβδομάδων μάχη για την πρώτη θέση με ποσοστά της τάξης του 25% έως 27%, αλλά τώρα βρίσκονται σε κάμψη και καταγράφουν δημοσκοπικά ποσοστά της τάξης του 23% έως 24%, γεγονός που ενισχύει τη δυναμική και τις ελπίδες του κ. Μελανσόν.

Υπάρχουν τα λεφτά

Η πρόεδρος του ακροδεξιού Εθνικού Μετώπου κ. Λεπέν, ο εκπρόσωπος της ριζοσπαστικής Αριστεράς κ. Μελανσόν και ο εκπρόσωπος της αριστερής πτέρυγας του Σοσιαλιστικού Κόμματος κ. Αμόν υποστηρίζουν παρόμοιες οικονομικές πολιτικές. Θέλουν μείωση του ηλικιακού ορίου συνταξιοδότησης από τα 62 στα 60 χρόνια, σε μια περίοδο κατά την οποία η Γερμανία έχει νομοθετήσει τη σταδιακή άνοδο προς τα 67 χρόνια. Επιδιώκουν μεγάλη αύξηση των δημοσίων δαπανών, με τον κ. Μελανσόν να είναι πιο τολμηρός και να στηρίζει το πρόγραμμά του σε πρόσθετες δημόσιες επενδύσεις 100 δισ. ευρώ. Επιπλέον, Μελανσόν και Αμόν ενώνουν τις δυνάμεις τους για να ζητήσουν τη μείωση της εργάσιμης εβδομάδας από 35 σε 32 ώρες, ενώ Λεπέν και Μελανσόν δίνουν τα χέρια σε ό,τι αφορά την αμφισβήτηση του ευρώ και της συμμετοχής της Γαλλίας στην Ευρωζώνη.
Οι τρεις προεδρικοί υποψήφιοι με τις μη ρεαλιστικές και δημαγωγικές οικονομικές προτάσεις μοιράζονται την υποστήριξη του 52% των Γάλλων. Αν προσθέσουμε σε αυτούς και τον έκτο σε δημοτικότητα προεδρικό υποψήφιο, ο οποίος είναι μια ήπια παραλλαγή της κ. Λεπέν, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι περισσότεροι από το 55% των Γάλλων ετοιμάζονται να ψηφίσουν για αύξηση των δημοσίων δαπανών ενώ η Γαλλία έχει δημοσιονομικό πρόβλημα και για ταχύτερη χορήγηση των συντάξεων και μείωση της διάρκειας της εργάσιμης εβδομάδας ενώ η Γαλλία αντιμετωπίζει εδώ και χρόνια σημαντικό πρόβλημα διεθνούς ανταγωνιστικότητας.

Το λιγότερο κακό σενάριο

Αν δεν πέσουν έξω οι δημοσκόποι, όπως στην περίπτωση του Brexit και της εκλογής του Τραμπ, το λιγότερο κακό σενάριο για τη δεύτερη σημαντικότερη χώρα της Ευρωζώνης θα είναι η επικράτηση του ανεξάρτητου φιλελεύθερου υποψηφίου κ. Μακρόν. Οι οικονομικές του προτάσεις είναι ρεαλιστικές, χωρίς να δημιουργούν την εντύπωση ότι επίκειται η προώθηση μεγάλων διαρθρωτικών αλλαγών και η «αναπτυξιακή» απογείωση της Γαλλίας.
Δυστυχώς, όμως, και το συγκριτικά καλύτερο για τη Γαλλία και την Ε.Ε. σενάριο είναι αρκετά προβληματικό.
Πρώτον, ο κ. Μακρόν δίνει έναν μοναχικό αγώνα. Είναι ένας υποψήφιος που δεν έχει εκλεγεί σε οποιοδήποτε αξίωμα και οφείλει την πολιτική του άνοδο στην εμπιστοσύνη που του έδειξε ο απερχόμενος Πρόεδρος κ. Ολάντ, ο οποίος τον έκανε πρώτα οικονομικό του σύμβουλο και στη συνέχεια υπουργό Οικονομικών. Επομένως κανείς δεν γνωρίζει τις προσωπικές και πολιτικές αντοχές του κ. Μακρόν πριν και μετά τις προεδρικές εκλογές.
Δεύτερον, ο κ. Μακρόν δεν διαθέτει ισχυρό κομματικό μηχανισμό, άρα μπορεί να βρεθεί στην Προεδρία της Δημοκρατίας χωρίς να είναι σε θέση να επικρατήσει στις βουλευτικές εκλογές, που θα ακολουθήσουν, με το κίνημα «Προχωράμε!», που έχει δημιουργήσει.
Υπάρχει, λοιπόν, μεγάλη πιθανότητα να αποκτήσει η Γαλλία έναν Πρόεδρο της Δημοκρατίας ο οποίος δεν θα ελέγχει την κυβέρνηση, ούτε καν το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Δεν υπάρχει τέτοιο προηγούμενο και αυτό κάνει πιο διστακτικούς τους ψηφοφόρους στην επιλογή τους υπέρ του κ. Μακρόν, εφόσον η Γαλλία είναι Προεδρική Δημοκρατία.
Όλες οι έρευνες της κοινής γνώμης δείχνουν ότι αυτοί που εκφράζονται υπέρ του Μακρόν είναι σε ποσοστό 65% βέβαιοι ότι θα τον ψηφίσουν, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για την κ. Λεπέν είναι της τάξης του 85%-90%.
Τρίτον και σημαντικότερο, το πρόγραμμα του κ. Μακρόν είναι φιλοευρωπαϊκό και ρεαλιστικό, δεν συνιστά όμως ρήξη με το προβληματικό παρελθόν της Γαλλίας, ούτε εγγυάται την ενίσχυση της οικονομίας της, για να μπορέσει να ανταγωνιστεί τη Γερμανία και να αποτελέσει μαζί με αυτήν την κινητήρια δύναμη για την επανεκκίνηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Αν μάλιστα σκεφτούμε ότι περισσότεροι από το 55% των Γάλλων υποστηρίζουν οικονομικές πολιτικές που βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με τις προτάσεις του κ. Μακρόν και πως ο τελευταίος δεν ελέγχει ένα ισχυρό κόμμα για να περάσει την πολιτική του στην κυβέρνηση, στο κράτος και στην κοινωνία, αντιλαμβανόμαστε ότι η Γαλλία μπαίνει σε περίοδο μεγάλης αστάθειας με ιδιαίτερα σημαντικές συνέπειες για την Ε.Ε.
Σε περίπτωση επικράτησης της κ. Λεπέν στον κρίσιμο δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών, ο οποίος θα πραγματοποιηθεί στις 7 Μαΐου, θα φτάσουμε στη διάλυση της Ευρωζώνης, πιθανότατα και της Ε.Ε. Σε περίπτωση επικράτησης του κ. Μελανσόν –ο οποίος έχει πλέον σοβαρές πιθανότητες να περάσει στον δεύτερο γύρο–, θα έχουμε μια παραλλαγή των οικονομικών της κ. Κωνσταντοπούλου, η οποία συμμετέχει ενεργά στην προεκλογική προσπάθεια του υποψηφίου της «Ανυπότακτης Γαλλίας». Ούτε αυτό το σοκ μπορούν να αντέξουν η Ευρωζώνη και η Ε.Ε.
Μόνο σε περίπτωση επικράτησης του κ. Μακρόν ή εκλογικής ανάστασης του κ. Φιγιόν θα μπορέσει η Γαλλία να ακολουθήσει μια πολιτική που θα της επιτρέψει να συνεννοηθεί με τη Γερμανία και να πρωταγωνιστήσει στην αντιμετώπιση των συσσωρευμένων ευρωπαϊκών προβλημάτων. Όμως και σε αυτή την περίπτωση η πορεία της δεύτερης σημαντικότερης χώρας της Ευρωζώνης θα είναι αβέβαιη και προβληματική.

Related Posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *