ZoomNews

Διακοπές στο Παραπέτασμα

Της Ρούλας Γεωργακοπούλου

Tο γράφω έτσι, για να καταλαβαινόμαστε. Τω καιρώ εκείνω το έλεγαν «Σοσιαλιστικές χώρες» και, παιγνιωδώς, «χώρες του υπαρκτού». Υπαρκτός – ξεϋπαρκτός, τα ταξιδιωτικά γραφεία έκαναν πάντως χρυσές δουλειές τα καλοκαίρια σε κολεγιά με τις φοιτητικές παρατάξεις της εποχής, δηλαδή την εξής μία, την ΚΝΕ. Γενικώς, αυτή ήταν που είχε το πρόσταγμα, την πρωτοβουλία, τον έλεγχο των πιο κρυφών κυττάρων μας, του οργασμού, της πείνας, της μάρκας των τσιγάρων μας. Δεν θυμάμαι τι κάπνιζα τότε, θυμάμαι όμως ότι, από κάτι στούκας που αγόρασα σ’ ένα κιόσκι στη λίμνη Μπάλατον, γύρισα με μια φωνή σαν του Πρόδρομου Τσαουσάκη.

Στο πούλμαν, τραγουδάγαμε και τσακωνόμασταν. Δυο ρηγούδες (εμείς), δυο μαοϊκές (κάτι άλλες) και μια ίλη από Κνίτες συντεταγμένοι εις φάλαγγα κατ’ άνδρα μολονότι ανάμεσα τους υπήρχαν και πολλά κορίτσια. Τι γύρευες στα πεύκα, Ρούλα; Κάμπια ήσουνα, Ρούλα; Αυτή είναι μια ερώτηση που μου υποβάλλει συχνά ο εαυτός μου και ο Μίμης Φωτόπουλος από την ταινία ο Θόδωρος και το δίκαννο.

Στο χάιγουέι της τότε Γιουγκοσλαβίας, τετρακόσια χιλιόμετρα τσιμέντο, δώσαμε τα ρέστα μας. Την κοπελιά μου τη λένε Λενιώωω. Κι όταν περνάγαμε από τούνελ, οι Κνίτες, εκμεταλλευόμενοι την ακουστική, άρχιζαν να φωνάζουν μέσα στην ερημιά «Ο νόμος πλαισιό- δεν θα- πε-ράσει». Ο Τίτο έσκαγε τότε ένα γελάκι μέσα από τις γιγαντοαφίσες με τη φάτσα του που κατελάμβαναν όλες ανεξαιρέτως τις επιφάνειες, αλλά τι να σου κάνει κι αυτός; Ένα πεισματάρικο μαμούθ καθισμένο πάνω σε τόσους λαούς να βαράει με την ουρά του όποιον εθνικισμό πήγαινε να του κουνηθεί.

Έχουν τα μαμούθ ουρά; Δεν το ξέρω. Εκείνο που ξέρω είναι ότι τα περί δωροδοκίας με τσίκλες, μλπου τζην και νάυλον κάλτσες, μύθος. Τώρα που το σκέφτομαι, αν αντί για βίζα είχα πάρει μαζί μου μια παρτίδα με κασέτες του αείμνηστου Ντέμη Ρούσσου όχι μόνον θα είχα περάσει τα ουγγρικά και τσεχοσλοβάκικα σύνορα χωρίς την απειλή κάννης διμούτσουνης αλλά θα είχα σηκώσει και όλα τα μαγαζιά της Πράγας σε κρύσταλλα Βοημίας. Η φίλη μου κι εγώ, από σιχασιά, πες, προς κάθε είδους συσσώρευση, δεν αγοράσαμε ούτε γυαλάκι. Με ανάλογη μοχθηρία απολαμβάναμε τις τσιρίδες απελπισίας των συνταξιδιωτισσών μας κάθε φορά που ο οδηγός, ένας μουρντάρης από τη Θεσσαλονίκη, το πήγαινε από τις λακκούβες και ντρούμου ντρούμου ντρουν τα κρύσταλλα Βοημίας βροντούν μέσα απ’ τα χαρτόκουτά τους σαν να συνειδητοποιούσαν κι αυτά την ματαιότητα της ύπαρξής τους.

Ένα βράδυ στη Βουδαπέστη, ζεστό κι ολόγλυκο σαν της Αθήνας, είπαμε να σπάσουμε τον κλοιό των Κνιτών που μόλις είχαν γυρίσει από μια ημερήσια εκδρομή στο χωριό «Μπελογιάννης» κατάκοποι και ιστορικά διεγερμένοι. Ντυθήκαμε, παρφουμαριστήκαμε και αγνοώντας την προτροπή των ντόπιων να μην περάσουμε ποτέ μόνες μας τη γέφυρα του Δούναβη προς τη Βούδα νυχτιάτικα, εμείς την περάσαμε.

Τα είδα όλα ή σχεδόν όλα. Κι όταν κάποιος με κόλλησε σ’ ένα τοίχο, έτοιμος να προχωρήσει και εμπράκτως σε κάτι που σήμερα το λέμε χαϊδευτικά «σεξουαλική παρενόχληση», φώναζα, χτυπιόμουν, έβριζα κανείς όμως δεν κουνήθηκε από τη θέση του. Ευτυχώς, ένας ούγγρος ξυλοκόπος που περνούσε τυχαία από το σημείο, κατάλαβε τη γλώσσα μου και έσπευσε. Κι αφού γέμισε την κοιλιά του λύκου με πέτρες μού εξήγησε ότι είχε κάνει ένα φεγγάρι στην Αθήνα κι ότι είχε μάθει ελληνικά στην πανεπιστημιακή Λέσχη, πάνω από την Ίριδα, αν ξέρετε για ποιο σεράι μιλάμε. Το θέμα είναι ότι ο σωτήρας μου όχι μόνον δεν ήταν ξυλοκόπος αλλά δεν ήταν ούτε καν κομμουνιστής! «Ευρωκομμουνισμός;», κάγχασε. «Έχετε τον Καραμανλή και θέλετε Ευρωκομμουνισμό;». Τι να κάνει τώρα αυτός ο άνθρωπος;

Στην Πράγα γνωρίσαμε έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες από την εποχή του εμφυλίου που μετά τη διάσπαση του ΚΚΕ είχαν συμπήξει παράνομη οργάνωση ΚΚΕ εσωτερικού και Ρήγα Φεραίου. Μας μίλησαν ψιθυριστά για τον Ντούμπσεκ, μην καταλάβει η γειτόνισσα και τους καρφώσει, μας κέρασαν ένα δυνατό ποτό σαν τσίπουρο που με την πρώτη γουλιά έκανε τα πόδια μου να τρέμουν σαν βρασμένα μακαρόνια και μας ζήτησαν να τους στέλνουμε την (τότε) Αυγή τυλιγμένη καλά-καλά στον Ριζοσπάστη, μην έχουνε τίποτα τραβήγματα.

Μετά βγήκαμε στο ψυχρό αεράκι της Πράγας, χαζέψαμε τα σοβιετικά τανκς που είχαν ξεμείνει στα κεντρικά σταυροδρόμια να σκουριάζουν σαν μια παλιά κι ασήκωτη απειλή και την άλλη μέρα ξέσπασα στην τσέχα ξεναγό που μας έδειχνε το σπίτι του Κάφκα. «Και πού μένει τώρα ο Πάβελ Κόχουτ;» τη ρώτησα δημόσια, με το θράσος και την απερισκεψία της ηλικίας μου. Τι να απέγινε αυτή η γυναίκα; Το έχω βάρος στη συνείδησή μου.

Δημοσιεύθηκε στην A.V.

Related Posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

%d bloggers like this: