ZoomNews

Δείτε το κάπνισμα με άλλο μάτι…

Ανεκτική στάση απέναντι στους καπνιστές και τη βλαβερή τους συνήθεια έχει το 41,8% όσων δεν καπνίζουν και το 58% των πρώην καπνιστών.

Η διακοπή καπνίσματος είναι θεραπεία, επομένως χρειαζόμαστε περισσότερα  κέντρα διακοπής καπνίσματος, προσιτά σε όλους και ει δυνατόν, δωρεάν.

Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας 1/3 των καπνιστών δεν έκανε ποτέ προσπάθεια διακοπής του καπνίσματος, 4 στους 10 έκαναν μία έως δύο προσπάθειες ενώ πάνω από 3 προσπάθειες έκανε το 15,5% των γυναικών της έρευνας και το 19,5% των ανδρών.

Αν και οι συμμετέχοντες στην έρευνα θεωρούν ότι η διακοπή του καπνίσματος είναι σε μεγάλο ποσοστό θέμα εσωτερικής απόφασης τελικά το επιχείρημα αποδομείται  καθώς  διακόπτουν το κάπνισμα μόνο μετά την παρέμβαση ιατρού.

Αναφορικά με το κίνητρο που ώθησε τελικά τους συμμετέχοντες στην έρευνα να διακόψουν το κάπνισμα, οι πρώην καπνιστές αναφέρουν σε συντριπτικό ποσοστό την ιατρική συμβουλή (45,7%) ενώ μόνο ένα 11,4% των ερωτηθέντων διέκοψε το κάπνισμα από εσωτερική απόφαση που έλαβε.

Οι γυναίκες θεωρούν ότι είναι θέμα εσωτερικής απόφασης το να το διακόψουν το κάπνισμα ενώ οι άνδρες επιλέγουν ως λόγο διακοπής την ασθένεια ή την ιατρική συμβουλή. Για να διαπιστώσουμε αν όντως αυτό συμβαίνει,  συσχετίσαμε τα ευρήματα αυτής της ερώτησης με τις απαντήσεις από την επόμενη ερώτηση και τα συμπεράσματα ήταν καταλυτικά.

Ως σημαντικότερο κίνητρο για τη διακοπή του καπνίσματος οι ερωτηθέντες αναφέρουν την εσωτερική απόφαση, οι γυναίκες σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό (50,4%) απ’ ότι οι άνδρες (25,5%).  Σημαντικό ποσοστό των ανδρών που ερωτήθηκαν θα διέκοπταν το κάπνισμα λόγω ασθένειας (35,5%) ή κατόπιν ιατρικής συμβουλής (27%)  με τις γυναίκες να συγκεντρώνουν αντίστοιχα (27,5%  και 13,9%)

Οι καπνιστές οι οποίοι συμμετείχαν στην έρευνα ήταν συστηματικοί καπνιστές δηλ. κατανάλωναν από ένα πακέτο τσιγάρα την ημέρα και πάνω, σε ποσοστό περίπου 90%, γεγονός που καταδεικνύει επιπρόσθετα τον εθισμό τους. Και ένας από τους βασικούς τροφοδότες του εθισμού είναι το στρες.

Ο σημαντικότερος λόγος που τα δύο φύλα εξακολουθούν να καπνίζουν είναι η ευχαρίστηση  (36,5%  των ανδρών του δείγματος και 34,3% των γυναικών). Ένα μεγάλο ποσοστό των ανδρών που αγγίζει το 25% ( γυναίκες μόλις 12% ) αναγνωρίζει ότι καπνίζει λόγω εξάρτησης σε αντίθεση με τις γυναίκες  που προτάσσουν την ψυχολογική ανάγκη (16,6%) με μόνο το 6,5% των ανδρών να κάνουν αντίστοιχη επιλογή.  Σημαντικό ποσοστό γυναικών (20,7%) αλλά και ανδρών(16%)  το αποδίδει στη συνήθεια. Αν αθροίσουμε τις απαντήσεις που κάνουν λόγο για αδυναμία διακοπής του καπνίσματος (15% άνδρες- 12,8% γυναίκες),  για  εξάρτηση και για  συνήθεια, απαντήσεις που δηλώνουν εθισμό,  το ποσοστό είναι συντριπτικά υψηλότερο από την ευχαρίστηση που προκαλεί το τσιγάρο.

Τα συγκεκριμένα ευρήματα κάνουν επιτακτική την προσπάθεια αλλαγής της στάσης της κοινωνίας απέναντι στο κάπνισμα, βασική παράμετρος η οποία ανιχνεύεται και σε άλλες κατηγορίες ερωτήσεων που απάντησαν οι ερωτηθέντες.

Στο ερώτημα για το λόγο που άρχισαν να καπνίζουν,  άνδρες (57%) και γυναίκες  (28,6%) προτάσσουν το επιχείρημα ότι παρασύρθηκαν από το φιλικό τους περιβάλλον. Αν σε αυτό το ποσοστό συνυπολογίσουμε και όσους από τους ερωτηθέντες (άνδρες 17% και γυναίκες 16,1%)  απάντησαν ότι άρχισαν να καπνίζουν λόγω μόδας αντιλαμβανόμαστε τον καθοριστικό παράγοντα της κοινωνικής συνθήκης που όχι μόνο νομιμοποιεί αλλά και ενθαρρύνει –πολύ περισσότερο παλαιότερα- την καταστροφική συνήθεια του καπνίσματος.  Στην ίδια ερώτηση ως πιθανοί λόγοι έναρξης του καπνίσματος αναφέρονται οι συναισθηματικοί,  σε υψηλό ποσοστό από τις γυναίκες (23,7%)  ενώ οι άνδρες συγκεντρώνουν μόλις έναν 7,5%.  Ένα ποσοστό 33,5%  στις γυναίκες-20% αντίστοιχα στους άνδρες- δηλώνει ότι άρχισε το κάπνισμα τυχαία. Όποια όμως και να είναι η συνθήκη κάτω από την οποία αρχίζει το κάπνισμα, μοιραία καταλήγει σε εθισμό.

Και στις τρεις κατηγορίες το ποσοστό των ανδρών κυμαίνεται από 30% έως 36%  και των γυναικών από 53 έως 59%. Υπάρχει ένα ποσοστό που δεν δηλώνει  φύλο ενώ το 12% δεν δηλώνει ηλικία. Το ερωτηματολόγιο συμπλήρωσαν άτομα ηλικίας 25 έως 65 ετών. Επίσης:

Από τα 1618 άτομα που συμμετείχαν στην έρευνα, που διενεργήθηκε διαδικτυακά με αστάθμητο τυχαίο δείγμα και  τη συμπλήρωση ερωτηματολογίου, το 40,11% ήταν καπνιστές, το 38,26% μη καπνιστές και το 21,63% πρώην καπνιστές.

Η έρευνα

Όμως ο καρκίνος των πνευμόνων, η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια και οι καρδιακές παθήσεις απειλούν τη ζωή των καπνιστών. Το κάπνισμα ενοχοποιείται και για την εμφάνιση άλλων καρκίνων όπως του λάρυγγα (87%),  του στόματος (74%), του οισοφάγου (53%), της ουροδόχου κύστης (50%), του νεφρού (39%),  του παγκρέατος (38%), του τραχήλου της μήτρας (6% ).

Είναι χαρακτηριστικό ότι τα κατασταλτικά μέτρα της Πολιτείας, ΔΕΝ επηρέασαν το 70% των συμμετεχόντων στην έρευνα, εύρημα που καθιστά αναγκαία την ενίσχυση του δημόσιου διαλόγου, προκειμένου να καταρριφθεί το επιχείρημα που προέβαλλαν οι καπνιστές στην έρευνα,  ότι το τσιγάρο  τους βοηθά να διαχειρίζονται το άγχος τους.

Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει από έρευνα που διεξήγαγε η ΑΚΟΣ προκειμένου να εξετάσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι Έλληνες αρχίζουν να καπνίζουν, τους λόγους για τους οποίους αρνούνται να διακόψουν αλλά και πώς αντιμετωπίζει η κοινωνία τους καπνιστές.

Ανεκτική στάση απέναντι στους καπνιστές έχει η ελληνική κοινωνία, γεγονός που εμποδίζει την αποτελεσματικότητα των μέτρων κατά τις συνήθειας που κατά καιρούς λαμβάνει η Πολιτεία. Επομένως, για να μειωθεί ο αριθμός των καπνιστών πρέπει η κοινωνία να αλλάξει στάση. Να οικοδομηθούν νέα πρότυπα, που δεν θα συνδέουν το κάπνισμα με την ευχαρίστηση, τη χαλάρωση, τη θηλυκότητα ή αντίστοιχα την αρρενωπότητα, πρότυπα που κυριάρχησαν τις προηγούμενες δεκαετίες και που δυστυχώς δεν έχουν εξαλειφθεί από την κοινή συνείδηση, παρά τις όποιες απαγορεύσεις.

Οι μη καπνιστές αναφέρουν ως λόγους που δεν άρχισαν το κάπνισμα, ότι τους ενδιαφέρει η υγεία τους (40%) ενώ αναφέρουν ακόμη  την απωθητική μυρωδιά (35,2%) , τις συμβουλές σχολείου και γονέων (16%) και την ενασχόληση με τον αθλητισμό (10%).

Αν αθροίσουμε τις «σκέψεις» για την υγεία, τις συμβουλές του σχολείου και των γονέων αλλά και την ενασχόληση με τον αθλητισμό προκύπτει σε υψηλό ποσοστό η ευεργετική επίδραση της ενημέρωσης και της ευαισθητοποίησης των πολιτών έναντι αυτής της βλαβερής συνήθειας.

Ως κύρια πηγή ενημέρωσης άνω του 50% των συμμετεχόντων αναφέρουν το διαδίκτυο, με τις νεαρές ηλικίες να πρωταγωνιστούν. Θυμίζουμε ότι η έρευνα διενεργήθηκε μέσω του διαδικτύου. Παρόλα αυτά η τηλεόραση εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό παράγοντα ενημέρωσης (30%).

Related Posts