ZoomNews

ΕΕΤΤ: Το νέο ν/σ για τα ΜΜΕ οδηγεί σε αναίρεση της ανεξαρτησίας της Αρχής

Τις παρατηρήσεις της επι του προς ψήφιση σχεδίου νόμου για την αδειοδότηση των τηλεοπτικών σταθμών δημοσιοποίησε σε ανακοίνωσή της η Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών & Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ).
Σύμφωνα με τη σχετική ανακοίνωση οι παρατηρήσεις είναι οι εξής:
1.Όπως η ΕΕΤΤ έχει ήδη επισηµάνει στη δηµόσια διαβούλευση, το νοµοσχέδιο δια του άρθρου 17 αφαιρεί την ρητή πρόβλεψη ότι η ΕΕΤΤ “ενεργεί ανεξάρτητα και δεν ζητά ούτε λαµβάνει οδηγίες από κανέναν άλλο φορέα” και ταυτόχρονα ορίζει για πρώτη φορά ότι η ΕΕΤΤ “εποπτεύεται από τον Υπουργό Υποδοµών, Μεταφορών και ∆ικτύων”, οδηγώντας έτσι σε κατ’ ουσίαν αναίρεση της ανεξαρτησίας της Αρχής.
2.Το νοµοσχέδιο δια του άρθρου 18 προβλέπει την δια κοινής υπουργικής απόφασης συγκρότηση πειθαρχικού συµβουλίου για τα µέλη της ΕΕΤΤ εντός 60 ηµερών από τη θέση σε ισχύ του εν λόγω νόµου, σε αντικατάσταση υφισταµένου και επί θητεία ήδη συγκροτηθέντος πειθαρχικού συµβουλίου. Η ρύθµιση αυτή είναι καταφανώς αντίθετη στις περί αµεροληψίας των συλλογικών διοικητικών οργάνων διατάξεις του άρθρου 7 του Κώδικα ∆ιοικητικής ∆ιαδικασίας (Κ∆∆/σίας) καθώς και στις αρχές της ίσης µεταχείρισης και του φυσικού δικαστή που διασφαλίζουν το Σύνταγµα (άρθρο 8), ο Χάρτης Θεµελιωδών ∆ικαιωµάτων της ΕΕ και το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύµβασης των ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου (ΕΣ∆Α).
3. Η θεσµοθέτηση στο άρθρο 18 πειθαρχικών παραβάσεων το περιεχόµενο των οποίων προσδιορίζεται δια ευρείας ή αόριστης αξιολογικού τύπου διατύπωσης εγείρει ζήτηµα ασφάλειας δικαίου και νοµιµότητας.
4. Μέρος των παρατηρήσεων της ΕΕΤΤ σε αµιγώς τεχνικά θέµατα, έχουν ενσωµατωθεί στο σχέδιο νόµου που έχει κατατεθεί στη Βουλή.
Εξακολουθούν όµως να υπάρχουν τέσσερα σηµαντικά σηµεία κάποια από τα οποία, είχαν τεθεί στην δηµόσια διαβούλευση και δεν έχουν ληφθεί υπόψη, και τα οποία είναι τα παρακάτω:
α) Σύµφωνα µε το δίκαιο της ΕΕ και τη νοµολογία του ∆ΕΚ, όταν το Κράτος έχει στον διοικητικό του έλεγχο δίκτυα που παρέχουν υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, οι κανονιστικές αρµοδιότητες πρέπει να ανατίθενται σε ανεξάρτητο φορέα.
Στην συγκεκριµένη περίπτωση πρέπει να διερευνηθεί κατά πόσο είναι συµβατό µε το ευρωπαϊκό δίκαιο το Υπουργείο να έχει την αρµοδιότητα διαµόρφωσης του Χάρτη Συχνοτήτων, να έχει την αρµοδιότητα να ανακαλεί ή να τροποποιεί χορηγηθέντα δικαιώµατα χρήσης ραδιοσυχνοτήτων (εφόσον δεν µεταφέρουν τουλάχιστον 4 προγράµµατα για 4 µήνες όπως αναφέρεται στο σχέδιο νόµου) ενώ ταυτόχρονα την ίδια στιγµή θα ελέγχει ένα από τα δίκτυα που θα παρέχουν υπηρεσίες στην εν λόγω αγορά όπως αυτό της ΕΡΤnet Α.Ε.
β) Η πρόβλεψη του άρθρου 19 για αφαίρεση πολυπλέκτη εφόσον δεν χρησιµοποιείται πλήρως έρχεται σε σύγκρουση µε τους όρους και τις υποχρεώσεις που έχουν επιβληθεί στα δικαιώµατα που χορηγήθηκαν µέσω της διαγωνιστικής διαδικασίας. Στην συγκεκριµένη περίπτωση πρέπει να διερευνηθεί η τυχόν έγερση αξιώσεων αποζηµιώσεων από τον πάροχο δικτύου.
γ) Σε περίπτωση που η Πολιτεία αφαιρέσει πολυπλέκτη από τον υφιστάµενο πάροχο λόγω µη χρησιµοποίησής του, αυτό θα µπορούσε να οδηγήσει και στην απονοµή του λεγόµενου ψηφιακού µερίσµατος ΙΙ, δηλαδή του φάσµατος των 700 MHz, µε απελευθέρωση συχνοτήτων από την ψηφιακή τηλεόραση και την παροχή προς χρήση σε υπηρεσίες κινητής ευρυζωνικότητας 4G αποδίδοντας σηµαντικά έσοδα στο κράτος. Αυτή η δυνατότητα προβλέπεται ρητά στο δικαίωµα που χορηγήθηκε στον υφιστάµενο πάροχο δικτύου. Ήδη η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (RSPG Opinion on the future use of UHF band in the EU) κατευθύνεται σε οδηγία, έτσι ώστε όλα τα κράτη µέλη έως το 2020 να έχουν εκχωρήσει το εν λόγω φάσµα για δίκτυα 4G.
Αντίθετα, αν η αφαίρεση πολυπλέκτη γίνεται για να εκχωρηθεί το αφαιρούµενο φάσµα σε νέο δίκτυο ευρυεκποµπής, θα πρέπει να ορισθούν από τώρα οι διαδικασίες µε τις οποίες θα βρεθεί το αναγκαίο φάσµα µεταξύ των δύο παρόχων ευρυεκποµπής ώστε να µην θιγεί το δηµόσιο συµφέρον της έγκαιρης απόδοσης του µερίσµατος ΙΙ.
δ) Τέλος σε περίπτωση που η νέα ΕΡΤnet ΑΕ λάβει υποδοµές και φάσµα από το Κράτος, καθώς θα είναι ανταγωνιστική άλλων δικτύων επίγειας ψηφιακής ευρυεκποµπής, θα πρέπει να διασφαλισθεί ότι οι διατάξεις του Άρθρου 16 του νοµοσχεδίου, δεν εγείρουν θέµατα παράνοµης κρατικής ενίσχυσης και ότι ακολουθείται η προβλεπόµενη διαδικασία από την ΕΕ εφόσον τίθεται θέµα εφαρµογής της.
Παρατηρήσεις επί του Κεφαλαίου Γ΄ του προς ψήφιση Σ/Ν
Κατατέθηκε προς ψήφιση Σχέδιο Νόµου του Υπουργείου Επικρατείας, µε τίτλο: “Αδειοδότηση παρόχων περιεχοµένου επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης τηλεοπτικής ευρυεκποµπής ελεύθερης λήψης – Ίδρυση συνδεδεµένης µε την ΕΡΤ Α.Ε. ανώνυµης εταιρίας για την ανάπτυξη δικτύου επίγειας ψηφιακής ευρυεκποµπής – Ρύθµιση θεµάτων Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδροµείων (Ε.Ε.Τ.Τ.) – Εθνική Επικοινωνιακή Πολιτική, Οργάνωση της Επικοινωνιακής ∆ιπλωµατίας – Σύσταση Εθνικού Κέντρου Οπτικοακουστικών Μέσων και Επικοινωνίας και Μητρώου Επιχειρήσεων Ηλεκτρονικών Μέσων Ενηµέρωσης – Τροποποίηση διατάξεων Ν. 4070/2012 (ΦΕΚ Α 82/2012) και άλλες διατάξεις”.
Το Κεφάλαιο Γ΄ του προς ψήφιση Σ/Ν αφορά τη ρύθµιση θεµάτων της ΕΕΤΤ. Το εν λόγω Κεφάλαιο περιέχει διατάξεις πολλές εκ των οποίων δεν συνάδουν προς βασικές ρυθµίσεις οδηγιών της ΕΕ (το πλαίσιο του 2002 και του 2009 για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες), τις οποίες η Ελληνική Πολιτεία µε νόµους που εξέδωσε (τον προϊσχύσαντα Ν.3431/2006 και τον ισχύοντα 4070/2012) έχει µεταφέρει στην εσωτερική έννοµη τάξη.
1.Καταρχάς, επισηµαίνεται ότι σύµφωνα µε το άρθρο 3 της οδηγίας πλαίσιο 2002/21/ΕΚ τα Κ-Μ
εγγυώνται την ανεξαρτησία των εθνικών κανονιστικών αρχών [Πρβλ. τις Αποφάσεις (του Τµήµατος µείζονος συνθέσεως) της 9ης Μαρτίου 2010, υπόθεση C-518/07, Επιτροπή κατά Γερµανίας και της 8ης Απριλίου 2014, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας, υπόθεση C-288/12 και της 6ης Μαρτίου 2008, υπόθεση C-82/2007, Comisión del Mercado de las Telecomunicaciones, Συλλογή σελ. Ι-1265, σκ.17)]. Η οδηγία 2002/21/ΕΚ µεταφέρθηκε στην ελληνική έννοµη τάξη µε τον Ν.3431/2006.
2.Ακόµη σαφέστερη είναι η ρύθµιση της νέας οδηγίας 2009/140/ΕΚ που τροποποίησε τη σχετική διάταξη του άρθρου 3 της οδηγίας πλαίσιο (2002/21/ΕΚ) για την ενίσχυση της ανεξαρτησίας της σχετικής εθνικής κανονιστικής αρχής. Η οδηγία αυτή µεταφέρθηκε στην ελληνική έννοµη τάξη µε τον Ν.4070/2012.
3.Συνεπώς, στο κείµενο των παρατηρήσεων αυτών εξετάζεται κατά πόσον οι διατάξεις του Σ/Ν θα συνάδουν, εφόσον ψηφιστούν, προς υπέρτερης τυπικής ισχύος διατάξεις του Συντάγµατος, της ΕΕ και της ΕΣ∆Α.
Αναλυτικότερα:
1.Στις ρυθµίσεις του άρθρου 17, παρ. 1, που αντικαθιστά το άρθρο 6 του Ν.4070/2012, όπως ισχύει, υπάρχει µια ουσιώδης αντίφαση, που δεν συµβιβάζεται µε το δίκαιο της ΕΕ. Συγκεκριµένα, προβλέπεται ότι η ΕΕΤΤ “λειτουργεί ως Ανεξάρτητη Αρχή” και τα µέλη της απολαµβάνουν προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας, αλλά στο τελευταίο εδάφιο προβλέπεται η άσκηση εποπτείας σε αυτή, όταν η ΕΕΤΤ εµπλέκεται σε θέµατα για τα οποία είναι αρµόδιος ο Υπουργός ΥποΜε∆ι. Η πρόβλεψη αυτή αντιβαίνει στη διακηρυγµένη, όπως προαναφέρθηκε, σε πολλές κοινοτικές οδηγίες βούληση του νοµοθέτη της ΕΕ προς διασφάλιση της ανεξαρτησίας της ΕΡΑ, εν προκειµένω της ΕΕΤΤ, αφού οι µεν αρµοδιότητες του Υπουργού προσδιορίζονται µε τρόπο εξαιρετικά ευρύ, αφορούν δε σαφώς και την ΕΕΤΤ (π.χ., χάραξη πολιτικής, ανάληψη νοµοθετικών και κανονιστικών πρωτοβουλιών, κ.λπ.), οπότε η εποπτεία του επί της ΕΕΤΤ θα ισοδυναµούσε µε αναίρεση στην πράξη της ανεξαρτησίας της.
2.Επισηµαίνεται ότι το ∆ΕΚ/∆ΕΕ στην απόφαση της 3ης ∆εκεµβρίου 2009, υπόθεση C-424/07 Επιτροπή κατά Γερµανίας, Συλλογή 2009, σ.I-11431 (σκέψη 61), αποφάνθηκε ότι: “61. Κατά την άσκηση των εν λόγω ρυθµιστικών καθηκόντων τους, οι ΕΡΑ διαθέτουν ευρεία εξουσία, ώστε να είναι σε θέση να εκτιµήσουν κατά περίπτωση αν παρίσταται ανάγκη ρυθµίσεως της αγοράς” (βλ., επίσης, και την απόφαση της 24ης Απριλίου 2008, C-55/06, Arcor, Συλλογή 2008, σ. I-2931, σκέψεις 153 έως 156). Οι ρυθµίσεις του Σ/Ν που προβλέπουν την εποπτεία της ΕΕΤΤ σαφώς αντιβαίνουν στην απαίτηση διασφάλισης ευρείας εξουσίας της ΕΕΤΤ ως ΕΡΑ κατά την άσκηση των καθηκόντων της.
3.Πέραν των παραπάνω, η αντίφαση που ήδη αναφέρθηκε επιβεβαιώνεται πολλαπλώς, από ένα πλέγµα ενδείξεων/ρυθµίσεων από τις οποίες φαίνεται σαφώς η βούληση µη σεβασµού στην πράξη της ανεξαρτησίας της ΕΕΤΤ. Τούτο καταδεικνύεται από τα εξής:
I) Στο τροποποιούµενο άρθρο 6 του Ν.4070/2012, στην παράγραφο 1, απαλείφθηκε η πρόταση ότι η ΕΕΤΤ “ενεργεί ανεξάρτητα και δεν ζητά ούτε λαµβάνει οδηγίες από κανέναν άλλον φορέα σε σχέση µε την εκτέλεση των καθηκόντων που της ανατίθενται”. Επίσης απαλείφθηκε το εδάφιο που αναφέρει ότι: “Κατά την άσκηση των καθηκόντων της που ορίζονται στο άρθρο 12 σηµεία κ` και λστ` η Ε.Ε.Τ.Τ. ενεργεί ανεξάρτητα και κατά παρέκκλιση των κείµενων διατάξεων”.
II) Το προς ψήφιση Σ/Ν δεν αναφέρεται πλέον ότι η ΕΕΤΤ απολαµβάνει “πλήρους διοικητικής και οικονοµικής αυτοτέλειας” ούτε αναφέρεται σε “πλήρη ανεξαρτησία” των µελών όπως παλαιότερα αλλά απλώς σε “διοικητική και οικονοµική αυτοτέλεια” και σε “ανεξαρτησία” αντίστοιχα. Εν συνδυασµώ µε τις λοιπές ρυθµίσεις ερµηνευόµενη η αλλαγή αυτή γεννά εύλογες επιφυλάξεις.
III)Το Σ/Ν δεν αναφέρει ότι η ΕΕΤΤ είναι ανεξάρτητη “διοικητική” αρχή, αλλά “λειτουργεί ως Ανεξάρτητη Αρχή”. Αυτό ναι µεν φαίνεται να εξοµοιώνει εννοιολογικά την ΕΕΤΤ µε τις πέντε συνταγµατικά κατοχυρωµένες ανεξάρτητες αρχές, επιτείνει ωστόσο πλήρως την αντίφαση διότι αφενός αναφέρεται ότι η ΕΕΤΤ “λειτουργεί ως” και όχι ότι “είναι ανεξάρτητη αρχή” ενώ στη συνέχεια προβλέπεται εποπτεία της ΕΕΤΤ που δεν συνάδει µε την ανεξαρτησία της ως εκ του κοινοτικού δικαίου θεσµού και των µελών της ειδικότερα.
IV) Η ανεξαρτησία της ΕΕΤΤ θα πληγεί ανεπανόρθωτα, αφού κατά την παράγραφο 9, µέλη της µπορεί να ορισθούν και δηµόσιοι λειτουργοί και δηµόσιοι υπάλληλοι ή άλλοι υπάλληλοι νπδδ ή εποπτευόµενων νπιδ που κατά τον χρόνο της θητείας τους µπορεί να απαλλάσσονται από τα (κύρια) υπηρεσιακά τους καθήκοντα. Αφενός η ευχέρεια αυτή θα αποτελεί ορθάνοιχτη θύρα σε κατηγορίες πολιτικοποίησης του θεσµού και φαβοριτισµού, τούτο αφετέρου είναι ανορθολογικό αφού η ενασχόληση στην ΕΕΤΤ ως µέλους αυτής δεν απαιτεί τόσο χρόνο ώστε να δικαιολογεί την ενλόγω απαλλαγή, και µάλιστα µε ιδιαίτερα µισθολογικά προνόµια. ∆εδοµένου δε ότι ο διοριζόµενος ως µέλος της ΕΕΤΤ υπάλληλος µπορεί να είναι και υπάλληλος του ΥΜΕ ή άλλου εποπτευόµενου οργανισµού, αυτό θα αντέβαινε ευθέως στην υποχρέωση ανεξαρτησίας της ΕΕΤΤ, αφού η σταδιοδροµία του µέλους θα ήταν συνδεδεµένη µε την “υπακοή” του προς κελεύσµατα µη συνδεόµενα µε την ΕΕΤΤ. Αυτό συνάγεται και από τη νοµολογία και µάλιστα του Τµήµατος µείζονος συνθέσεως του ∆ΕΕ βλ. τις προαναφερθείσες αποφάσεις ∆ΕΕ της 16ης Οκτωβρίου 2010, υπόθεση C-518/07 Επιτροπή κατά Γερµανίας, της 9ης Μαρτίου 2012, υπόθεση C-614/10, Επιτροπή κατά Αυστρίας, και την απόφαση της 8ης Απριλίου 2014, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας, υπόθεση C-288/12].
4. Πολλές από τις ρυθµίσεις του άρθρου 18 του προς ψήφιση Σ/Ν, το οποίο άρθρο 18 αντικαθιστά το άρθρο 10 του Ν.4070/2012, περί Πειθαρχικού Συµβουλίου της ΕΕΤΤ, επιτρέπουν να υποστηριχθεί ότι µε τις ρυθµίσεις αυτές επέρχεται ένα περαιτέρω πλήγµα στην εκ του δικαίου της ΕΕ απορρέουσα ανεξαρτησία της Εθνικής Ρυθµιστικής Αρχής των τοµέων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και παροχής ταχυδροµικών υπηρεσιών, ήτοι της ΕΕΤΤ.
Αναλυτικότερα:
i)Ορίζεται ότι µε ΚΥΑ ορίζεται εντός 60 ηµερών από τη δηµοσίευση του νόµου νέο Πειθαρχικό Συµβούλιο της ΕΕΤΤ ενώ ο Νοµοθέτης οφείλει να γνωρίζει ότι έχει ήδη συγκροτηθεί Πειθαρχικό Συµβούλιο, µε εκλεκτά µέλη του δικαστικού σώµατος και της ακαδηµαϊκής Κοινότητας, η δε θητεία των µελών του υπάρχοντος λήγει το 2017.
ii)Η πρόωρη λήξη της θητείας όµως των µελών του Πειθαρχικού Συµβουλίου, άνευ σπουδαίου λόγου, σε συνδυασµό ιδίως µε την διεύρυνση στο ίδιο άρθρο των πειθαρχικών παραπτωµάτων, δεν συνάδει ούτε προς τις περί αµεροληψίας διατάξεις του Κώδικα ∆ιοικητικής ∆ιαδικασίας (άρθρο 7), ούτε στις διατάξεις περί φυσικού δικαστή του άρθρου 8 του Συντάγµατος, ούτε στις διατάξεις του άρθρου 6 της ΕΣ∆Α ούτε στον Χάρτη ∆ικαιωµάτων της ΕΕ.
iii)Η παράθεση δε πειθαρχικών παραπτωµάτων κάθε άλλο παρά αµβλύνει αυτή την εντύπωση περί προσβολής της ανεξαρτησίας της ΕΕΤΤ αφού, ιδίως, η ευρύτητα και η ασάφεια της διατύπωσης αυτών και η θεσµοθέτηση ως ειδικού παραπτώµατος της παραβίασης πράξης του Υπουργού αποδεικνύει τον κίνδυνο διαρκούς παραβίασης της λειτουργικής ανεξαρτησίας των µελών της ΕΕΤΤ. Πχ. προβλέπονται ως πειθαρχικά παραπτώµατα “γ. η παράβαση κάθε πράξης, απόφασης του υπουργού …” και “δ. Αναξιοπρεπής ή ανάρµοστη συµπεριφορά…”.
iv)Επίσης, στην παρ. 14 υπάρχει εκ νέου µια αντίφαση στο µέτρο που ναι µεν προβλέπεται πενταετής παραγραφή των πειθαρχικών παραπτωµάτων αλλ’ όµως κάθε πράξη της πειθαρχικής διαδικασίας τη διακόπτει ενώ και στην περίπτωση αυτή η προς παραγραφή προθεσµία δεν µπορεί να υπερβεί τα πέντε έτη από την τέλεση της πράξης, εκτός αν διατάχθηκε η αναστολή της πειθαρχικής διαδικασίας.

Related Posts

%d bloggers like this: