ZoomNews

Εντυπώσεις από την ΔΕΘ του Κυρ. Μητσοτάκη

Γράφει ο Αντώνης Παπαγιαννίδης 

Μια δίδυμη επιλογή δανεισμού εμπνευστικού μηνύματος – από το “Yes, we can!” του Μπαράκ Ομπάμα και το “Wir shaffen das!» της Άνγκελας Μέρκελ – έδωσε το «Μπορούμε» της (ακόμη πιο προεκλογικής κι από του Αλέξη Τσίπρα) ομιλίας του Κυριάκου Μητσοτάκη στην ΔΕΘ.

Μην σταθείτε στο επικοινωνιακό αυτής της επιλογής – συνεγερτικό σύνθημα, εμφατική υπόσχεση αποτελέσματος κοκ –, ελάτε να το συνδυάσετε με την άλλη κεντρική, θεωρούμε, επιλογή: ένα ύφος αρκετά μετρημένο, παρά την «απογείωση» όταν ο λόγος έφθασε στο Μακεδονικό (όπου και χειροκρότημα, όρθιων, των παρευρισκομένων), και με συγκριτικά περιορισμένη υποτίμηση του αντιπάλου (να τολμήσουμε να δούμε εδώ μια αλλαγή τακτικής, καθώς η μέχρι τώρα δεν απέδωσε σ’ αυτό το επίπεδο;). Μια ακόμη επιλογή στην εικόνα, που κι αυτή όμως δεν είναι μόνον επικοινωνιακή: στην εντελώς πρώτη γραμμή – όχι μόνο στην διάταξη των καθισμάτων, αλλά και στην ανταλλαγή «οικογενειακών» ασπασμών – ο Αμερικανός Πρέσβης Τζέφφρυ Πάϊατ, να μην μονοπωλούνται οι καλές σχέσεις (βέβαια οι ΗΠΑ ήταν «τιμώμενη χώρα» στην 83η ΔΕΘ, οπότε…).

Πριν προχωρήσουμε στην ουσία της τοποθέτησης Μητσοτάκη – γιατί ουσία υπήρξε – ένα ακόμη της σκηνοθεσίας: προηγήθηκαν on camera δηλώσεις και από τον Κώστα Καραμανλή (σημαντική και πολυ-αναμενόμενη η τοποθέτησή του, καθώς μάλιστα είχε υποστεί βίαιες επιθέσεις τον τελευταίο καιρό για την σιωπή του) και από τον Αντώνη Σαμαρά. Ο πρώτος, προβλεπτά υποστηρικτικός – σε λογική άλλωστε προεκλογικής πανστρατιάς… – δεν παρέλειψε να καταθέσει το «όλοι μαζί για μια μεγάλη εκλογική νίκη της Ν.Δ. […] προς όφελος όλων των Ελλήνων και πρωτίστως των οικονομικά ασθενέστερων», πρόδηλα ως κοινωνική Δεξιά. Ο δεύτερος, με το «η Μακεδονία ούτε χαρίζεται, ούτε ξεπουλιέται, όλοι μαζί για την μεγάλη νίκη», έδωσε καθοδήγηση για το Μακεδονικό.

Πάμε τώρα στις ουσιαστικές τοποθετήσεις: την περιβάλλουσα της προσέγγισης Μητσοτάκη έθεσε η αναφορά – που άλλωστε προηγήθηκε – στο «συμβόλαιο που μας κρατούσε ενωμένους, την άρρητη συμφωνία εμπιστοσύνης μεταξύ πολίτων και πολιτείας […] που έχει σπάσει». Ενώνοντας με το «γι αυτό οι πολίτες εμπιστεύονται την ψήφο τους στους πολιτικούς» διέγνωσε ότι «όλα αυτά βρίσκονται υπό αμφισβήτηση».

Όποιος τυχόν απόρησε με την σχεδόν φιλοσοφίζουσα εκκίνηση, όποιος συνέχισε να απορεί με την κοινωνιολογίστικη αναφορά στον ««κοινωνικό ανελκυστήρα» που ανέβαζε κατά τον παρελθόν από την φτώχεια στην ευημερία [….] και σήμερα έχει βραχυκυκλώσει» , δεν χρειάστηκε να περιμένει πολύ για να δει την στόχευση. Θέλησε ο Κυριάκος να αντιπαραταθεί με το «τίποτε δεν αλλάζει, γιατί όλοι ίδιοι είναι» – ώστε πατώντας σε μια λογική τού (αρκετά κουρασμένου) «αξίζουμε καλύτερα» να απευθυνθεί και στους απογοητευμένους της ΚεντροΑριστεράς ή ακόμη και της Αριστεράς, αντιστρέφοντας το (επίσης κουρασμένο).

«Αυτή είναι η Ελλάδα», προκειμένου να δείξει προς την κατεύθυνση αναγέννησης προσδοκιών. Εκεί, έβαλε ένα πρόσθετο στοίχημα: πήρε την παλιωμένη ήδη Συμφωνία Αλήθειας (που κατασπαταλήθηκε με την μετατροπή της σε αγχώδη καταγγελία «Ψέματα! Ψεύτες!», σε κάθε στροφή του πολιτικού του λόγου, τα τελευταία δυο χρόνια) και την μετέτρεψε – πάντως το προσπάθησε…. – σε ειλικρίνεια περιγραφής του πόσο δύσκολο θα είναι το αύριο: «Πρέπει να τρέξουμε».

Στην οικονομία, αυτό το αποτύπωσε θέτοντας στόχο ανάπτυξης – στην δεκαετία που μας έρχεται – 4% τον χρόνο. Προφανώς μαντεύοντας την δυσπιστία του όποιου σοβαρού ακροατή επί της ουσίας του στόχου, κατέθεσε την υπόθεση ότι «οι αυτόματοι σταθεροποιητές της οικονομίας» – επενδύσεις, απασχόληση, αξίες γης, ακίνητα, χρηματιστήριο – «κρύβουν μέσα τους 7-8 μονάδες πρόσθετης ανάπτυξης, άμα τους απελευθερώσεις». Εκεί, ακριβώς, έθεσε ο Κυριάκος και το πρώτο του προς τα έξω πολιτικό στοίχημα: κατέθεσε την άποψη ότι στα «εξοντωτικά πρωτογενή πλεονάσματα» μας έχουν εγκλωβίσει οι πιστωτές. Για να διερωτηθεί παρευθύς «γιατί», και να απαντήσει περιγράφοντας την – κατ’ αυτόν – αναξιοπιστία της σημερινής Κυβέρνησης (μάλιστα, δέχθηκε ευθύς ότι «αντιμετωπίζουν συχνά με επιφύλαξη ακόμη και την δική μας παράταξη»).

Αυτή η σπορά, αυτή η αναφορά στο «πόσο λάθος, πόσο καταστροφικό είναι το πρόγραμμα που σήμερα – με την δική τους συμφωνία και υπογραφή [των πιστωτών] – εφαρμόζεται στην Ελλάδα» δίνει προκαταβολικά μιαν απάντηση στο πώς θα έβγαινε πέρα η σειρά αλλαγών οικονομικής πολιτικής με την οποία προσέρχεται η Ν.Δ. Μείωση του εισαγωγικού φορολογικού συντελεστή (μέχρι 10.000 ευρώ) στο 9%, ΦΠΑ στην εστίαση 13%, στο τουριστικό πακέτο 11%, μείωση πραγματικού συντελεστή στα επιχειρηματικά κέρδη στο 24%, ΕΝΦΙΑ κάτω κατά 30% αλλά για όλους, αναστολή ΦΠΑ στο γιαπί και έκπτωση φόρου 40% για τις ενεργειακές παρεμβάσεις – όλα αυτά με δέσμευση για εφεξής σταθερότητα του φορολογικού πλαισίου -, το άθροισμα ξεφεύγει εύκολα. Και… απαιτεί επαναδιαπραγμάτευση δημοσιονομικού περιθωρίου. Αυτή ουσιαστικά, είναι που προανήγγειλε στην ΔΕΘ ο Κυριάκος, έστω και χαμηλότονα, αναφερόμενος στην συνευθύνη των «εταίρων» για το σημερινό συμφωνημένο καθεστώς των πρωτογενών πλεονασμάτων 3,5% του ΑΕΠ.

Στο άλλο μέτωπο, το τόσο επίμαχο των ημερών, εκείνο του Ασφαλιστικού όπου συνεχίζεται η κολοκυθιά ποιος θα πρωτοεξασφαλίσει την μη-περικοπή των παλαιών συντάξεων, η γραμμή Μητσοτάκη ήταν η κατάργηση του νόμου Κατρούγκαλου – τελεία και παύλα. Με αναφορά σε μείωση ασφαλιστικών εισφορών, αλλά και με ανταποδοτικότητα, που θα εξασφαλίζεται από την διαμόρφωση «ατομικού λογαριασμού κάθε ασφαλισμένου», με περαιτέρω προαιρετική ιδιωτική ασφάλιση «με γενναία φορολογικά κίνητρα». Αυτό ήταν όσο τόλμησε ο Κυριάκος να περιγράψει το σύστημα των τριών πυλώνων, το οποίο περιήλθε σε πολιτικό ναρκοπέδιο με την αναφορά Καραγκούνη στην πατρότητα Chicago boys/Πινοσέτ. (Από εκεί, άλλωστε, ξεκίνησε και ήρθε άμεση αντίδραση Μαξίμου για την ομιλία Μητσοτάκη, για «επαναφορά σε Πρόγραμμα ΔΝΤ»).

Δυο ακόμη σημεία, με αντικείμενο τα οικονομικά: το πρώτο αφορά την ομοιότητα αρκετών θέσεων Μητσοτάκη – μείωση ΕΝΦΙΑ, μείωση ασφαλιστικών εισφορών, χαμήλωμα φορολογικών συντελεστών – με εκείνες Τσίπρα στην δική του ΔΕΘ. Προτού σηκωθεί οργίλη η κερκίδα, μια παρατήρηση: μήπως αυτός ο παραλληλισμός δείχνει ότι κάπου εκεί δημιουργείται μια συναίνεση – συναίνεση της ανάγκης! – για την Ελληνική οικονομία;

Το δεύτερο ήταν η αναπάντεχη αναφορά – με αφορμή την υπόθεση των επενδύσεων – στο πώς η αντιμετώπιση της παρέλκυσης και της γραφειοκρατίας είχε επιτευχθεί στους… Ολυμπιακούς Αγώνες. Εκεί, η κατακλείδα ήταν: «Ξέρουμε πώς γίνεται. Μπορούμε!» (που οδήγησε και στον συνολικό τίτλο-σύνθημα της ομιλίας ΔΕΘ). Ενδιαφέρον.
Συγκριτικά, πολύ πιο λιγόλογη ήταν η αναφορά στο Μακεδονικό. Εδώ, υπό κάποιαν έννοια, το στοίχημα υπήρξε εξαρχής δέσμιο: «Συμφωνία-ντροπή» η Συμφωνία των Πρεσπών, άρνηση ψήφισής της από την Ν.Δ., «είτε τώρα, είτε στην επόμενη Βουλή». Και κατά κάποιον τρόπο τροχιοδεικτική βολή προς την πΓΔΜ ότι (εφόσον βεβαίως η Συμφωνια των Πρεσπών καταψηφισθεί…) «η διαπραγμάτευση ξεκινά από την αρχή». Επιμελημένα, απεφεύχθη η επανάληψη του τι θα γίνει άμα η Συμφωνία των Πρεσπών τύχει και περάσει από την Βουλή…

Επειδή σταθήκαμε κάπως στην φιλοσοφίζουσα/κοινωνιολογίστικη προσέγγιση του λόγου Μητσοτάκη, δείτε και το κλείσιμο με Κώστα Αξελό – από τους φυγαδευμένους του Ματαρόα της μόλις μετεμφυλιακής Ελλάδας, για όσους έχουν μνήμη: «Είναι η Ελλάδα [της δεκαετίας του΄50] μια χώρα εξαίσιας ωραιότητας που συνθέτει ένα συνολο με ανήκουστες δυνατότητες, που δεν περιμένουν παρά την εκπλήρωσή τους». Τραβηγμένη κάπως η παρομοίωση της σημερινής πολυτραυματισμένης Ελλάδας με εκείνην λίγο μετά τον Εμφύλιο. Αλλ’ η επιλογή Αξελού…

Πηγή: economia.gr

Related Posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

%d bloggers like this: