ZoomNews

banner_header_new

Γαλλία: H παγίδα της χρήσιμης ψήφου, για ακόμη μία φορά

Του Serge HalimI

Ο πρώτος γύρος των γαλλικών προεδρικών εκλογών, στις 23 Απριλίου, θα φέρει αντιμέτωπους έντεκα υποψηφίους με διαφορετικές απόψεις. Ο πλουραλισμός αυτός κατά ένα μέρος αμαυρώθηκε από τις δικαστικές υποθέσεις και από τον υπερβολικό χώρο που τα μέσα ενημέρωσης αφιέρωσαν στον ασταμάτητο χορό των δημοσκοπήσεων. Παρ’ όλα αυτά, η αντίληψη της βαθιά αντιδημοκρατικής φύσης των γαλλικών και των ευρωπαϊκών θεσμών κυριαρχεί στο μυαλό των ψηφοφόρων. Όμως η μετάφραση σε εκλογικούς όρους αυτής της νέας συνείδησης κινδυνεύει να παρεκκλίνει εξαιτίας της παγίδας της «χρήσιμης ψήφου», η οποία προβάλλει ως αντίπαλο στην ακροδεξιά έναν λάτρη της παγκοσμιοποίησης.

Μπαίνουμε σε μια πολιτική εποχή όπου, όταν μια φράση ξεκινά με το «Είναι η πρώτη φορά που…», συνήθως ανακοινώνει την έλευση μιας αδιανόητης μέχρι τώρα πραγματικότητας. Έτσι, αυτήν την άνοιξη του 2017, οι προεδρικές εκλογές σηματοδοτούν την πρώτη φορά που δεν αναρωτιόμαστε πια για την παρουσία του Εθνικού Μετώπου (ΕΜ) στον δεύτερο γύρο –αντίθετα, εξετάζουμε την υπόθεση, ακόμα αρκετά απίθανη, μιας νίκης του. Την πρώτη φορά που κανείς δεν υπερασπίζεται τον απολογισμό μιας θητείας, την ίδια στιγμή που δύο πρώην υπουργοί του απερχόμενου προέδρου, ο Μπενουά Αμόν (Σοσιαλιστικό Κόμμα) και ο Εμμανουέλ Μακρόν (En marche!) παίρνουν μέρος στις εκλογές. Όπως και την πρώτη φορά κατά την οποία οι υποψήφιοι του ΣΚ και της Δεξιάς, που κυβέρνησαν τη Γαλλία χωρίς διακοπή από την αρχή της 5ης Δημοκρατίας (1), μπορεί να αποκλειστούν στον πρώτο γύρο.

Μάταια θα ψάχναμε προηγούμενο για μια καμπάνια που να έχει γεμίσει τόσα παράσιτα από τη συνεχή ενημέρωση, τις δικαστικές υποθέσεις, τη γενική ανικανότητα να κρατηθεί η προσοχή κάποιου σε ένα ουσιαστικό ζήτημα για περισσότερες από 24 ώρες. Και δεν υπάρχει σίγουρα καμία προηγούμενη περίπτωση ενός σημαντικού υποψηφίου που να διώκεται για διασπάθιση δημοσίου χρήματος, ενώ εδώ και δέκα χρόνια διακήρυττε ότι η Γαλλία βρίσκεται σε πτώχευση.

Η παραίτηση του απερχόμενου προέδρου από τη διεκδίκηση μιας δεύτερης θητείας ίσως και να αποκρύπτει το σημείο εκκίνησης όλης αυτής της αναταραχής. Κατά τη διάρκεια της πενταετούς θητείας του που ολοκληρώνεται, ο Φρανσουά Ολάντ αναδείχθηκε στον λιγότερο δημοφιλή Πρόεδρο Δημοκρατίας της 5ης Δημοκρατίας –και αυτό αφότου ο προκάτοχός του, Νικολά Σαρκοζί, είχε ήδη γνωρίσει τη λαϊκή κατακραυγή. Κι όμως, ο σοσιαλιστής πρόεδρος είχε παραδεχθεί πώς έζησε «πέντε χρόνια σχεδόν απόλυτης εξουσίας (2)». Τον Ιούνιο του 2012, για πρώτη φορά στην ιστορία του, το Σοσιαλιστικό Κόμμα ήλεγχε την προεδρία της Δημοκρατίας, την κυβέρνηση, τη Βουλή, τη Γερουσία, 21 από τις 22 περιφέρειες, 56 από τα 96 διαμερίσματα και 27 από τις 39 πόλεις άνω των 100.000 κατοίκων.

Σε αυτήν την εξουσία ο κ. Ολάντ έκανε μια χρήση αυθαίρετη όσο και μοναχική. Εκείνος αποφάσισε την κατάσταση έκτακτης ανάγκης, ενέπλεξε τη Γαλλία σε πολλές εξωτερικές συρράξεις, επέτρεψε τη δολοφονία απλών υπόπτων μέσω μη επανδρωμένων αεροσκαφών. Είναι επίσης εκείνος που άλλαξε τον κώδικα εργασίας, υποχρεώνοντας την κοινοβουλευτική πλειοψηφία του να δεχθεί μια μεταρρύθμιση που αρνούνταν να υποστηρίξει (προσφυγή στο άρθρο 49-3 του Συντάγματος) και για την οποία ούτε η πλειοψηφία ούτε ο ίδιος είχαν λάβει εντολή από τον λαό (3). Χωρίς να ξεχνάμε και την αναμόρφωση του χάρτη των γαλλικών περιφερειών, τον οποία ο αρχηγός του κράτους σχεδίασε από το γραφείο του στο παλάτι των Ηλυσίων.

Να λοιπόν κάτι που θέτει με ένταση το ζήτημα των θεσμών της 5ης Δημοκρατίας: ο Μπενουά Αμόν και ο Ζαν-Λυκ Μελανσόν (La France insoumise) δεσμεύτηκαν να το εξετάσουν, αλλά ο Φρανσουά Φιγιόν (Les Républicains) και ο Εμμανουέλ Μακρόν δεν το συζητούν, όπως άλλωστε και η Μαρίν Λεπέν. Σε καμία άλλη δυτική δημοκρατία δεν υπάρχει τόση μεγάλη συγκέντρωση εξουσίας στα χέρια ενός μόνο ανθρώπου. Πέρα από τον –πραγματικό– κίνδυνο να υπάρξει κάποτε ένας Πρόεδρος λιγότερο «καλοπροαίρετος» από αυτόν που σήμερα απέρχεται, οι ηχηρές διακηρύξεις για τη γαλλική δημοκρατία οδηγούν σ’ ένα συμπέρασμα που η προεδρία του Φρανσουά Ολάντ έκανε πασιφανές: η μοναχική άσκηση της εξουσίας εδραιώνει την απεριόριστη δυνατότητα να ποδοπατείς τις δεσμεύσεις μιας προεκλογικής εκστρατείας, η οποία όμως θα έπρεπε να συμπυκνώνει την εντολή του κυρίαρχου λαού.

Ο Φρανσουά Ολάντ είχε δεσμευτεί να προασπίσει τη γαλλική σιδηρουργία, αλλά ενέκρινε το κλείσιμο του εργοστασίου της Φλοράνζ. Έπρεπε να είχε επαναδιαπραγματευθεί το ευρωπαϊκό σύμφωνο σταθερότητας, κάτι που εγκατέλειψε ήδη από την πρώτη ημέρα της ανάληψης των καθηκόντων του. Υποσχόταν να «αναστρέψει την καμπύλη της ανεργίας» πριν από το τέλος του 2013, ενώ αυτή συνέχισε την άνοδό της για τρία ακόμη χρόνια. Ωστόσο, η αίσθηση προδοσίας που ρίζωσε στα πνεύματα προκλήθηκε χωρίς αμφιβολία εξαιτίας μιας φράσης που σημάδεψε την καμπάνια του 2012 και που ακούσαμε και ξανακούσαμε εκατό φορές από τότε: «Ο μόνος μου αντίπαλος είναι ο χρηματοπιστωτικός τομέας». Μόλις όμως εκλέχθηκε, ο Φρανσουά Ολάντ πήρε έναν πρώην τραπεζίτη των Ρότσιλντ για σύμβουλο, πριν του δώσει τα κλειδιά του υπουργείου Οικονομίας.

Ο ευνοϊκός τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει η κοινή γνώμη τον Εμμανουέλ Μακρόν είναι ακόμα πιο ανησυχητικός, καθώς ενέχει τον κίνδυνο να εκτοξεύσει στο υψηλότερο αξίωμα τον άξιο, αν και πατροκτόνο, κληρονόμο του απερχόμενου προέδρου με την απαράμιλλα χαμηλή δημοτικότητα. «Ο Εμμανουέλ Μακρόν είναι εγώ, ξέρει τι μου χρωστάει», πέταξε μια μέρα ο Φρανσουά Ολάντ. Σίγουρα ο Μακρόν δεν είναι σοσιαλιστής αλλά ούτε και ο Ολάντ είναι. Ο ένας το διακηρύττει, ο άλλος υπεκφεύγει. Οι δηλώσεις του πρώτου γυρίζουν την πλάτη σε μια αριστερή παράδοση που αποκήρυττε «το χρήμα» ή «τον χρηματοπιστωτικό τομέα», κάτι που όμως ανταποκρίνεται στις πεποιθήσεις του δεύτερου, όπως τις εξέφραζε το 1985 σε ένα βιβλίο με τίτλο «La gauche bouge» («Η Αριστερά κινείται»), που είχαν συγγράψει ο νυν υπουργός Άμυνας μαζί με τον Γενικό Γραμματέα του Μεγάρου των Ηλυσίων (4).

Στο βιβλίο υπήρχε ήδη η αγαπημένη ιδέα του κ. Μακρόν, αν και θαμμένη κάτω από ένα σωρό κενών λέξεων, για μια νέα κοινωνική συμμαχία ανάμεσα στην καλλιεργημένη μεσαία τάξη και τη φιλελεύθερη εργοδοσία, με συγκολλητικό ιστό την κοινή βούληση να εξαπλωθούν σε μια παγκόσμια αγορά. «Επιχειρηματικότητα» αντί για «κρατική βοήθεια», κέρδος αντί για προσόδους, μεταρρυθμιστές και εκσυγχρονιστές εναντίον εξτρεμιστών και αναχρονιστών, άρνηση της νοσταλγίας των «καμηλιέρηδων και των νερουλάδων»: ακούγοντας τον Μακρόν, νομίζεις ότι ακούς τον Μπιλ Κλίντον το 1990 ή τον Τόνι Μπλερ και τον Γκέρχαρντ Σρέντερ μερικά χρόνια αργότερα (5). Και, αν τον ακολουθήσεις, είναι σαν να αποδέχεσαι να συμμετάσχεις με ακόμη μεγαλύτερη τόλμη στον «τρίτο δρόμο» του νεοφιλελεύθερου προοδευτισμού. Σε εκείνον που εξαπάτησε το αμερικανικό Δημοκρατικό Κόμμα και την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, αφήνοντάς τους να γλιστρήσουν στον γκρεμό όπου κείτονται σήμερα.

«Το πρόγραμμα του Μακρόν αποτελεί βατήρα για το Εθνικό Μέτωπο»

«Υπέρμαχοι της παγκοσμιοποίησης» και «κόμμα των Βρυξελλών» ενάντια στους «πατριώτες»: η Μαρίν Λεπέν μάλλον παίρνει μεγάλη χαρά που η πολιτική αντιπαράθεση συμπυκνώνεται σε αυτήν τη διχοτομία. Βουλευτής του Σοσιαλιστικού Κόμματος και πυλώνας της καμπάνιας Μακρόν, ο Ρισάρ Φεράν μοιάζει να προλαβαίνει τις επιθυμίες της: «Από τη μία είναι οι νεοεθνικιστές, αντιδραστικοί και υπέρμαχοι της εθνικής ταυτότητας. Και από την άλλη οι προοδευτικοί που πιστεύουν ότι η Ευρώπη είναι απαραίτητη» (6). Δεν είναι αθώα μια τέτοια δόμηση της ιδεολογικής αντιπαράθεσης. Στόχος είναι, και από τις δύο πλευρές, να υποβαθμιστεί το ζήτημα των ταξικών συμφερόντων, τροφοδοτώντας τους μεν με τον τρόμο της «εθνικής ταυτότητας» και τους άλλους με «αντιδραστικές» προτροπές.
Όσο όμως κι αν δεν αρέσει στους προοδευτικούς της αγοράς, εκείνοι που «θεωρούν την Ευρώπη απαραίτητη» έχουν κοινωνική ταυτότητα. Οι «αποσπασμένοι εργαζόμενοι» που δημιούργησε μια Οδηγία των Βρυξελλών το 1996, ο αριθμός των οποίων έχει δεκαπλασιαστεί την τελευταία δεκαετία, είναι πιο συχνά εργαζόμενοι στην οικοδομή ή στα χωράφια παρά χειρουργοί ή αντικέρ. Εκείνο που «νομίζουν» τα θύματα αυτού του μηχανισμού είναι πρώτα και κύρια εκείνο που με φόβο αντιλαμβάνονται, δηλαδή ένα μισθολογικό ντάμπινγκ το οποίο απειλεί της συνθήκες της ύπαρξής τους. Γι’ αυτούς η Ευρώπη δεν συνοψίζεται στο πρόγραμμα Erasmus και στην «Ωδή στη χαρά».

Ο Στίβεν Μπάνον, στρατηγικός πολιτικός αναλυτής του Ντόναλντ Τραμπ, κατάλαβε το όφελος που μπορούσε να έχει η εθνικιστική Δεξιά από τον κοινωνικό υποβιβασμό ο οποίος σχεδόν πάντα συνοδεύει τους εορτασμούς του παγκόσμιου χωριού. «Η καρδιά του πιστεύω μας είναι ότι είμαστε ένα έθνος με μία οικονομία και όχι μια κάποια οικονομία δεν ξέρω ’γω σε ποια παγκόσμια αγορά με ανοιχτά σύνορα. Οι εργαζόμενοι του κόσμου βαρέθηκαν να είναι υποταγμένοι στο κόμμα του Νταβός. Οι Νεοϋορκέζοι αισθάνονται πλέον πιο κοντά στους κατοίκους του Λονδίνου ή του Βερολίνου παρά σε εκείνους του Κάνσας ή του Κολοράντο και μοιράζονται με τους πρώτους την νοοτροπία μιας ελίτ που θέλει να υπαγορεύσει σε όλους τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να κυβερνάται ο κόσμος (7)», εξηγεί. Όταν στις δημόσιες συγκεντρώσεις του, τις κατάσπαρτες με ευρωπαϊκές σημαίες, ο Μακρόν υμνεί την κινητικότητα, ζητά την «ανάκαμψη από τα περιθώρια κέρδους των εταιρειών» και δεσμεύεται να καταργήσει το επίδομα ανεργίας όταν ο δικαιούχος αρνείται για δεύτερη φορά μια «αξιοπρεπή θέση (8)», πώς να διαχωρίσεις τις πολιτικές θέσεις του από τα συμφέροντα των ολιγαρχών του χρήματος και της γνώσης που αποτελούν το «κόμμα του Νταβός»; Εύκολα φαντάζεται κάποιος τη ζημιά στη δημοκρατία την οποία θα επέφερε μια πιθανή τηλεμαχία ανάμεσα σε αυτόν και τη Λεπέν, ακριβώς εκείνη που τα ΜΜΕ έχουν βαλθεί να προγραμματίσουν.

Εδώ και είκοσι χρόνια η θεωρία της «χρήσιμης ψήφου» παρουσιάζει τα δύο κυρίαρχα κόμματα στις επάλξεις εναντίον μιας άκρας Δεξιάς, την οποία όμως τα ίδια ευνόησαν με τις επιλογές και τις συγκλίνουσες απόψεις τους. «Σήμερα, το σχέδιο του Εμμανουέλ Μακρόν αποτελεί βατήρα για το Εθνικό Μέτωπο (9)», εκτιμά ο Μπενουά Αμόν. Όμως, αντίστοιχα, η δύναμη του ΕΜ ενίσχυσε το μονοπώλιο της εξουσίας των αντιπάλων του, μαζί και των σοσιαλιστών (10). Από το 1981, ο Φρανσουά Μιτεράν υπολόγιζε πώς μια ισχυρή Ακροδεξιά θα υποχρέωνε τη Δεξιά να συμπράξει μαζί της, με τον κίνδυνο να χάσει και η ίδια τα ποσοστά της (11). Ο ελιγμός αναστράφηκε τον Απρίλιο του 2002, όταν ο Ζαν-Μαρί Λεπέν βρέθηκε αντίπαλος με τον Ζακ Σιράκ στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών. Από τότε η Δεξιά αρκεί να ξεπεράσει το Σοσιαλιστικό Κόμμα σε οποιαδήποτε κάλπη, εθνική ή τοπική, για να γίνει αμέσως στα μάτια σχεδόν όλης της Αριστεράς ο αρχάγγελος της δημοκρατίας, του πολιτισμού, του γαλλικού κοσμικού κράτους.

Θεσμοί μοναρχικού τύπου που επιτρέπουν τέτοιες πονηριές και τέτοιες κυβιστήσεις, μια πολιτική ζωή μαγκωμένη από τον φόβο του χειρότερου, μέσα ενημέρωσης που αποδέχονται αυτές τις πονηριές ενώ ταυτόχρονα ταΐζουν αυτόν τον φόβο… Κι ύστερα υπάρχει και… η Ευρώπη. Η πλειονότητα των οικονομικών και χρηματοπιστωτικών πολιτικών της Γαλλίας είναι υποταγμένες σε αυτήν, κάτι που δεν εμποδίζει την προεκλογική εκστρατεία να διεξάγεται λες και ο επόμενος πρόεδρος θα μπορούσε να δράσει με πλήρη ελευθερία.

Μια νίκη της Μαρίν Λεπέν θα μπορούσε να θέσει τέλος στην Ευρωπαϊκή Ένωση –η ίδια η υποψήφια μας προειδοποίησε: «Δεν θα γίνω η αντικαγκελάριος της κυρίας Μέρκελ». Αντίθετα, στην περίπτωση που ένα από τα φαβορί των εκλογών (και της Άνγκελα Μέρκελ), δηλαδή ο Φιγιόν ή ο Μακρόν, εγκατασταθεί στο Ελυζέ, η συνέχεια των προέδρων υπό τους οποίους έχουν υπηρετήσει θα είναι εξασφαλισμένη, η συνοχή με τους προσανατολισμούς της Κομισιόν θα διατηρηθεί και θα επικυρωθεί τόσο η γερμανική ηγεμονία όσο και ο ορντολιμπεραλισμός (12), με την πρώτη να παίζει τον ρόλο του υπεροπτικού φύλακα αγγέλου για τον δεύτερο. Η ερώτηση θα ήταν διαφορετική για τον Μπενουά Αμόν ή τον Ζαν-Λυκ Μελανσόν. Αν εξαιρέσουμε τις ομοσπονδιακές τάσεις του πρώτου και τη στήριξή του στην ιδέα μιας πανευρωπαϊκής άμυνας, οι στόχοι τους μοιάζουν κοντινοί. Διαφέρουν όμως εντελώς τα μέσα για την επίτευξή τους, σε σημείο που οι δύο υποψηφιότητες γίνονται ανταγωνιστικές, διατρέχοντας η καθεμία τον κίνδυνο να μείνει έξω από την κούρσα.

Με τον Μπενουά Αμόν είναι δύσκολο να αποφύγει κάποιος μια αίσθηση jà-vu. Προσπαθώντας να συμβιβάσει την προσκόλλησή του στην Ε.Ε. και την ταυτόχρονη επιθυμία του να την δει να σπάει τον κύκλο της λιτότητας προς όφελος μιας πολιτικής περισσότερο ευνοϊκής προς την εργασία και το περιβάλλον και λιγότερο ανελέητης προς χώρες που τις πνίγει το χρέος τους όπως η Ελλάδα, ο υποψήφιος των σοσιαλιστών πρέπει να πείσει τον εαυτό του ότι ο επαναπροσανατολισμός στον οποίο προσβλέπει είναι δυνατός, ακόμα και στο πλαίσιο των σημερινών θεσμών. Ότι μπορούμε να «πετύχουμε απτά αποτελέσματα χωρίς να τα βάλουμε με ολόκληρη την Ευρώπη». Και βασίζει τις ελπίδες του σε μια ευρωπαϊκή Αριστερά που θα επανακτήσει την επιρροή της, ιδιαίτερα στη Γερμανία.

Αυτή όμως είναι ακριβώς η ελπίδα που άφησε να σπιθίσει ο Φρανσουά Ολάντ πριν από πέντε χρόνια. Στις 12 Μαρτίου 2012, έκανε «επισήμως» τη δέσμευση, μπροστά στους Ευρωπαίους συντρόφους του που είχαν συγκεντρωθεί στο Παρίσι, να «επαναδιαπραγματευθεί το νέο ευρωπαϊκό Σύμφωνο Σταθερότητας» στο οποίο είχαν συμφωνήσει Σαρκοζί και Μέρκελ. Λέγοντας: «Δεν είμαι μόνος μου, γιατί υπάρχει το προοδευτικό κίνημα στην Ευρώπη. Δεν θα είμαι μόνος μου γιατί υπάρχει η ψήφος του γαλλικού λαού που θα μου δώσει την εντολή».

Η Σεσίλ Ντιφλό, που έγινε υπουργός Κατοικίας στην κυβέρνησή του, μας θυμίζει τη συνέχεια. «Όλος ο κόσμος περίμενε [ο Ολάντ] να ξεκινήσει το μπρα ντε φερ με την Άνγκελα Μέρκελ. (…) Θα γυρίζαμε επιτέλους την πλάτη στο δίδυμο Μέρκελ-Σαρκοζί. (…) Όσο φιλελεύθερος και άκαμπτος κι αν είναι, ο Ιταλός Μάριο Μόντι υπολόγιζε στη Γαλλία για να αντιστρέψει την τάση. Ο ιδιαίτερα συντηρητικός Μαριάνο Ραχόι έβλεπε στην εκλογή του Ολάντ την πιθανότητα να ξεσφίξει τη μέγγενη που έπνιγε την Ισπανία. Όσο για την Ελλάδα και την Πορτογαλία, ήταν έτοιμες να ακολουθήσουν όποιον σωτήρα να ’ναι προκειμένου να αποφύγουν την καταστροφή (13)». Όλοι ξέρουμε τι έγινε τελικά.

Στην ουσία, τίποτα που να μην έχει ήδη γίνει δεκαπέντε χρόνια νωρίτερα (14). Εκείνη την εποχή, ο Φρανσουά Ολάντ ήταν στο τιμόνι του ΣΚ και ο Λιονέλ Ζοσπέν της κυβέρνησης. Λίγο νωρίτερα, ως πρελούδιο του ενιαίου νομίσματος, μόλις είχε γίνει η διαπραγμάτευση για το «Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης», το οποίο προέβλεπε ένα σύνολο δημοσιονομικών μέτρων, μεταξύ τους και πρόστιμα σε περίπτωση υπερβολικών ελλειμμάτων. Όταν ήταν ηγέτης της αντιπολίτευσης, ο Λιονέλ Ζοσπέν δεν είχε παραλείψει να καταγγείλει το Σύμφωνο ως ένα «σούπερ Μάαστριχτ», μια «παράλογη υποχώρηση στη Γερμανία». Κι όμως, όταν έγινε πρωθυπουργός, τον Ιούνιο του 1997, αποδέχθηκε όλους τους όρους του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Άμστερνταμ, λίγες μέρες αργότερα. Ως αντίτιμο της συγκατάθεσής του, σύμφωνα με τον τότε υπουργό Ευρωπαϊκών Υποθέσεων Πιέρ Μοσκοβισί, είχε εξασφαλίσει «την πρώτη απόφαση για ένα Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αφιερωμένο στην ανάπτυξη και την απασχόληση». Μια απόφαση με σημαντικότατα αποτελέσματα, όπως όλοι είδαμε στη συνέχεια.

Μια Ευρωπαϊκή Ένωση με πυρετό όποτε γίνονται εθνικές εκλογές

Αμόν και Μελανσόν σκοπεύουν κι αυτοί να επαναδιαπραγματευτούν τις ευρωπαϊκές συνθήκες. Θα έχουν άραγε τα μέσα αυτή τη φορά; Ο Μπενουά Αμόν δεν αμφισβητεί την ανεξαρτησία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, αλλά ελπίζει να «εξελίξει το καταστατικό της». Συναινεί στον κανόνα του 3% του δημόσιου ελλείμματος, αλλά «επιθυμεί πολιτικές ανάκαμψης» συμβατές με τις οικολογικές φιλοδοξίες του. Προτείνει τη «θεσμοθέτηση μιας δημοκρατικής βουλής στη ευρωζώνη», αλλά δεν παραλείπει να διευκρινίσει αμέσως ότι «φυσικά θα δεχόμουν να το συζητήσουμε. Δεν θα πάω στο Βερολίνο ή αλλού να πω “ή αυτό ή τίποτα”, δεν έχει νόημα κάτι τέτοιο».

Κάποιες από τις μεταρρυθμίσεις αυτές απαιτούν τη σύμφωνη γνώμη όλων των Ευρωπαίων εταίρων και καμία τους δεν μπορεί σήμερα να εξασφαλίσει τη στήριξη του Βερολίνου. Συνεπώς, ο Αμόν ελπίζει να τροποποιήσει τα δεδομένα χάρη σε ένα «τόξο συμμαχιών της ευρωπαϊκής Αριστεράς». Και απορρίπτει το ελάχιστα ενθαρρυντικό προηγούμενο του 2012: «Πιστεύω ότι οι Γερμανοί είναι πιο ανοιχτοί σήμερα απ’ ό,τι όταν ο κ. Ολάντ ανέλαβε την εξουσία». Ο φόβος της αποδιάρθρωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τη μία και η προοπτική της πολιτικής εναλλαγής στη Γερμανία από την άλλη θα ξαναμοίραζαν την τράπουλα προς όφελός του. «Ανήκω στο κόμμα της ελπίδας», παραδέχεται ωστόσο.

Οι προσδοκίες όμως του Ζαν-Λυκ Μελανσόν έχουν αλλάξει από το 2012. Αφού «καμία προοδευτική πολιτική δεν είναι δυνατή» στην Ε.Ε. όπως αυτή είναι σήμερα, αν δεν μπορεί να υπάρξει «έξοδος σύμφωνη με τις ευρωπαϊκές συνθήκες» ή μια ριζική αναδιατύπωσή τους (plan A), δεν αποκλείει πλέον τη «μονομερή έξοδο» (plan B). Καθώς δεν πιστεύει ιδιαίτερα σε μια επικείμενη και ταυτόχρονη άνοδο των δυνάμεων της Αριστεράς, οι οποίες έχουν μάλλον την τάση να υποχωρούν τα τελευταία χρόνια, η Γαλλία, δεύτερη μεγαλύτερη δύναμη της Ένωσης, γίνεται στα μάτια του ο «μοχλός της ευρωπαϊκής μάχης». Ο Ζακ Ζενερέ, ένας από τους δύο υπευθύνους του προεδρικού προγράμματός του, συνοψίζει: «Η εξαναγκασμένη έξοδος της Γαλλίας θα σήμαινε πολύ απλά το τέλος και του ευρώ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κανείς δεν ωφελείται από ένα τέτοιο ρίσκο. Κυρίως όχι η Γερμανία». Άρα, έστω και αν αρνηθεί να υποκύψει στους ευρωπαϊκούς κανόνες που θέτουν περιορισμούς στις οικονομικές προτεραιότητές της, «η Γαλλία μπορεί χωρίς φόβο, και αν το επιθυμεί, να παραμείνει στο ευρώ για όσο θελήσει (15)».

Η Ευρωπαϊκή Ένωση στεκόταν εδώ και καιρό αδιάφορη μπροστά στις δημοκρατικές επιλογές των λαών της, σίγουρη ότι ο βασικός προσανατολισμός των κρατών-μελών είναι «κλειδωμένος» από τις συνθήκες. Όμως, μετά την ψήφο για το «Brexit» και τη νίκη του Τραμπ, η πολιτική παίρνει την εκδίκησή της. Μια Ένωση σε πυρετώδη κατάσταση παρακολουθεί πλέον κάθε εθνική κάλπη σαν να έπαιζε σ’ αυτήν τη ζωή της. Ακόμα και η νίκη ενός από τους Γάλλους υποψήφιους που την υποστηρίζουν δεν θα μπορούσε να την καθησυχάσει για πολύ.

Άρθρο από τη Monde Diplomatique / Ο Serge Halimi είναι Διευθυντής της “Le Monde diplomatique”

Related Posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *