ZoomNews

Οι δανειστές επιστρέφουν στη La La Land (Ελλάδα)

Γράφει ο Θεόδωρος Πελαγίδης

Τα τεχνικά κλιμάκια του ΔΝΤ, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του ESM και της ΕΚΤ που επιστρέφουν στην Αθήνα, μετά τη συνεδρίαση του Eurogroup στην οποία συμφωνήθηκε να αρχίσει εκ νέου η διαπραγμάτευση με την ελληνική κυβέρνηση, μοιάζουν με ένα περίεργο κουαρτέτο που αντιμετωπίζει δύσκολες συνθήκες. Η αποστολή τους είναι πολυσύνθετη για τους ακόλουθους τρεις λόγους:

  1. Όλες οι πλευρές συμφωνούν ότι η πολιτική πρέπει να μετακινηθεί από τη λιτότητα προς μεταρρυθμίσεις που θα ενισχύσουν την ανάπτυξη. Ωστόσο, αυτό είναι πολύ καλό για να είναι αληθινό.
  2. Τα προαπαιτούμενα μέτρα της κυβέρνησης, έτσι όπως συμφωνήθηκαν στο Eurogroup, θα πρέπει να επικεντρωθούν σε περικοπές συντάξεων και σημαντική μείωση του αφορολόγητου. Παρ’ ότι αυτές οι μεταρρυθμίσεις αποτελούν απαραίτητα διαρθρωτικά μέτρα, αποτελούν νέα λιτότητα, η οποία θα προκαλέσει μεγάλο πολιτικό κόστος, χωρίς καμία εγγύηση ότι θα περάσουν από τη Βουλή τέτοια μέτρα.
  3. Σύμφωνα με την ελληνική κυβέρνηση, τα μέτρα θα πρέπει να έχουν μηδενικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα. Για κάθε ευρώ επιβάρυνσης θα πρέπει να λαμβάνονται αντίστοιχα μέτρα ελάφρυνσης (με τίποτα…).

Όσον αφορά το μέτωπο του χρέους, όπως προβλέπει η δέσμευση του Eurogroup από το 2012, η επιτυχής ολοκλήρωση του προγράμματος –η οποία προβλέπεται πλέον για τον Αύγουστο του 2018– θα επιφέρει νέες επεκτάσεις στις ωριμάνσεις των ομολόγων και χαμηλότερα ή/και σταθερά επιτόκια (τα επονομαζόμενα και «μεσοπρόθεσμα» μέτρα ελάφρυνσης του χρέους που κατέχει ο επίσημος τομέας).

Η ελληνική κυβέρνηση τονίζει ότι μια συμφωνία δεν είναι απλώς εφικτή αλλά σχεδόν σίγουρη μέσα στις επόμενες μία-δύο εβδομάδες. Όμως οι δανειστές θα πρέπει να καθορίσουν τουλάχιστον τα πρώτα βήματα για μια σημαντική αναδιάρθρωση του χρέους. Περιπλέκοντας την κατάσταση, υπάρχουν οι βαθύτατα διαφορετικές προβλέψεις του ΔΝΤ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με το αν η Ελλάδα θα επιτύχει τον στόχο για πρωτογενές πλεόνασμα στο 3,5% του ΑΕΠ το 2018. Η Επιτροπή προβλέπει ότι η Ελλάδα θα επιτύχει τον στόχο, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του προγράμματος. Αντιθέτως, το ΔΝΤ πιστεύει ότι το πλεόνασμα θα είναι μόλις στο 1,5% του ΑΕΠ, κάνοντας τον προϋπολογισμό, χωρίς το κόστος αποπληρωμής του χρέους, αντικείμενο διαφωνίας.

Και μέσα σε όλα, παραμένουν οι διαφωνίες σχετικά με το ύψος του πλεονάσματος που η Αθήνα μπορεί να διατηρήσει για το διάστημα 2018-2023. Ως εκ τούτου, κάθε λογικός άνθρωπος που λαμβάνει υπ’ όψιν αυτή την «τριλημματική εντολή» της αποστολής των κλιμακίων (όπου η ΕΚΤ, η Επιτροπή και το ΔΝΤ προσπαθούν να καταλήξουν σε συμφωνία για τις πολιτικές) θα πρέπει να έχει αμφιβολίες για τις διαπραγματεύσεις. Κάτι δεν πάει καλά εδώ.

Οι επιδιώξεις

Ο τελικός στόχος, όπως τον περιέγραψε σε πρόσφατη συνέντευξή του ο επικεφαλής του ESM Κλάους Ρέγκλινγκ, είναι η Ελλάδα να επιστρέψει στον δανεισμό από τις αγορές στα μέσα του 2018, ώστε να μην είναι απαραίτητο και νέο πρόγραμμα διάσωσης. Επίσης, ο Ρέγκλινγκ, σε συνέντευξή του στους «Financial Times» της 9ης Φεβρουαρίου, δήλωσε κάτι που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την άποψη του ΔΝΤ για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους, λέγοντας ότι «το πραγματικό κόστος της εξυπηρέτησης του χρέους από την Ελλάδα είναι από τα χαμηλότερα στην Ευρώπη και θα παραμείνει έτσι για μεγάλο χρονικό διάστημα».

Αντιθέτως, στη συνάντηση της 22ας Φεβρουαρίου στο Βερολίνο με τη Γερμανίδα καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ Κριστίν Λαγκάρντ ξεκαθάρισε ότι για να συμμετάσχει το Ταμείο στο πρόγραμμα πρέπει να υπάρξει μεγάλη αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους, ώστε να γίνει βιώσιμο, και πρωτογενές πλεόνασμα σημαντικά χαμηλότερο του 3,5% του ΑΕΠ.

Οι εθνικές εκλογές σε Γαλλία και Γερμανία θα μπορούσαν να αποτελούν παράγοντες στην τακτική του Έλληνα πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα. Ίσως ο Τσίπρας θα ήθελε να περιμένει λίγο και να δει πώς τα πηγαίνει στις δημοσκοπήσεις ο Μάρτιν Σουλτς, ο πολιτικός αντίπαλος της Μέρκελ και πρώην πρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου, ο οποίος είναι σαφώς πιο φιλικός προς την ελληνική κυβέρνηση.

Μια μεγάλη ενίσχυση του Εθνικού Μετώπου (της Μαρίν Λεπέν) στη Γαλλία, η οποία θα προκαλούσε σοβαρό κίνδυνο για την Ευρωζώνη, θα μπορούσε να βάλει τον Τσίπρα στον πειρασμό να πιέσει τους Ευρωπαίους για καλύτερη συμφωνία ή ακόμη και για ακύρωση των όρων μιας πιθανής συμφωνίας. Ενεργώντας έτσι, ο Τσίπρας θα μπορούσε να ρίξει την ευθύνη στους «άλλους», συμπεριλαμβανομένων του ΔΝΤ, των Ευρωπαίων, των φιλελεύθερων κομμάτων της αντιπολίτευσης στην Ελλάδα και ούτω καθεξής, κατηγορώντας τη λιτότητα και την έλλειψη αλληλεγγύης προς τον λαό.

Τα σενάρια

Υπάρχει έντονη φημολογία στην Αθήνα ότι ο Τσίπρας παίζει ξανά το ίδιο παιχνίδι, αναζητώντας ένα «παράθυρο» για να αποκρούσει με επιτυχία τους υπέρ-της-λιτότητας δανειστές και να πει στους ψηφοφόρους ότι δεν θα αποδεχτεί άλλα υφεσιακά μέτρα που θα πλήξουν τους φτωχούς Έλληνες πολίτες. Σε αυτή την περίπτωση, ενδεχομένως να απειλήσει τους Ευρωπαίους ότι η Ελλάδα δεν θα πληρώσει στην ΕΚΤ τα ομόλογα ύψους 3,8 δισ. ευρώ που λήγουν το ερχόμενο καλοκαίρι. Ίσως, δε, περιμένει ως τον Ιούλιο αυτής της χρονιάς για να επιτύχει μια καλύτερη συμφωνία «της τελευταίας στιγμής». Αυτό θεωρείται το πιο πιθανό σενάριο στην Αθήνα, ιδίως από τα κόμματα της φιλελεύθερης αντιπολίτευσης.

Ωστόσο, δεν πρέπει να αποκλειστεί ένα άλλο, πιο ωφέλιμο αποτέλεσμα. Σε ένα πιο θετικό σενάριο, παρά τη λιτότητα, η οικονομία θα αρχίσει να ανακάμπτει σταδιακά αυτή τη χρονιά και το 2018. Η Ελλάδα θα μπει στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης για να μειωθούν τα επιτόκια και να αυξηθεί η ποσότητα του χρήματος και οι ψηφοφόροι θα λάβουν υπόσχεση για ελάφρυνση του χρέους. Όμως για τον Τσίπρα το πιο κρίσιμο στοιχείο είναι να σπρώξει τα μέτρα για μετά το 2018, μια κίνηση που θα υποσκάψει ενεργά τον Κυριάκο Μητσοτάκη, τον αρχηγό της ΝΔ, η οποία προηγείται καθαρά στις δημοσκοπήσεις. Αν συμβεί αυτό, τότε ο Τσίπρας μπορεί να ελπίζει ότι ο Μητσοτάκης θα δεχτεί το «χτύπημα», όταν τα μέτρα λιτότητας ενεργοποιηθούν το 2019, καθώς αυτό θα του δώσει την ευκαιρία να κάνει «μεγάλη επιστροφή», αξιοποιώντας και το εκλογικό σύστημα της απλής αναλογικής που πρόσφατα νομοθέτησε. Άλλωστε οι ψηφοφόροι συνήθως μοιάζουν να έχουν «κοντή» μνήμη.

*Το παραπάνω άρθρο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στις 28/02/2017 στο ιστολόγιο του Brookings Institute.

Related Posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

%d bloggers like this: