ZoomNews

Η ελληνική οικονομία πάλι δεν αντέχει στις πιέσεις του διεθνούς περιβάλλοντος

Του Γιώργου Κύρτσου

Η χρηματιστηριακή αναταραχή που παρατηρείται το τελευταίο διάστημα στην Ελλάδα, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τον τραπεζικό τομέα, αναδεικνύει τις δυσκολίες που έχουμε μπροστά μας παρά την πολυσυζητημένη έξοδο από το πρόγραμμα.

Η Ελλάδα κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα είδος ευρωπαϊκής Αργεντινής και να βρίσκεται κάθε τόσο αντιμέτωπη με πλήρες οικονομικό αδιέξοδο. Για να βγούμε από την κρίση πρέπει να ανέβουμε μερικές οικονομικές κατηγορίες στην Ε.Ε. και σε σχέση με την παγκοσμιοποίηση.

Οι τράπεζες

Οι ελληνικές τράπεζες είναι εύκολος στόχος στο χρηματιστήριο για δύο βασικούς λόγους. Δεν έχουν τα οικονομικά μέσα για να διαχειριστούν με επιτυχία τα «κόκκινα» δάνεια, που κινούνται σε ποσοστά ρεκόρ. Δεν εμφανίζουν σοβαρή κερδοφορία εξαιτίας της αδυναμίας τους να αυξήσουν τις τραπεζικές εργασίες.

Η δοκιμασία στο χρηματιστήριο έχει σαν αφορμή τις διεθνείς εξελίξεις, από την αναταραχή στην Ιταλία μέχρι την υποχώρηση του χρηματιστηριακού δείκτη στις ΗΠΑ από επίπεδα ρεκόρ, αλλά ουσιαστικά οφείλεται στην αδυναμία των τραπεζών να παίξουν τον οικονομικό τους ρόλο, να συμβάλουν στη χρηματοδότηση του ιδιωτικού τομέα με ανταγωνιστικά επιτόκια.

Το κυβερνητικό επιτελείο περιγράφει με μεγάλη καθυστέρηση τη δημιουργία ενός είδους bad bank που θα αναλάβει τη διαχείριση των «κόκκινων» δανείων, βγάζοντάς τα σταδιακά από τους ισολογισμούς των τραπεζών. Η εντύπωση που έχει δημιουργηθεί στους ξένους αναλυτές είναι ότι θα επιβαρυνθούν οι Έλληνες φορολογούμενοι, οι οποίοι πλέον έχουν εξαιρετικά περιορισμένες δυνατότητες. Η κυβέρνηση έπρεπε να λύσει το πρόβλημα των τραπεζών προτού βγει η Ελλάδα από το τρίτο δανειακό πρόγραμμα, παίρνοντας 24 δισ. λιγότερα από τα συμφωνηθέντα.

Οι πλειστηριασμοί σε αδιέξοδο

Το πρόβλημα των ελληνικών τραπεζών γίνεται πιο σύνθετο εξαιτίας της μεγάλης κρίσης που πλήττει την αγορά ακινήτων. Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσίευσε η «Καθημερινή», εκπλειστηριάστηκαν μέχρι σήμερα 10.410 ακίνητα οφειλετών που δεν εξυπηρετούσαν τα δάνειά τους με έναν αξιοπερίεργο τρόπο.

Λόγω της κρίσης δεν υπήρξε αγοραστικό ενδιαφέρον για 5.600 από αυτά. Από τα υπόλοιπα 4.810, το 80% αγοράστηκε, σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές, από τις ίδιες τις τράπεζες.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι δεν υπάρχει λειτουργική αγορά ακινήτων και πως τα ακίνητα χάνονται για τους οφειλέτες σε πολύ μικρές τιμές και χωρίς φυσικά να απαλλάσσονται από το μεγαλύτερο μέρος της οφειλής τους. Οι τράπεζες καταλήγουν σε αυτή την ανορθόδοξη λύση για να δείξουν ότι διαχειρίζονται τα «κόκκινα» δάνεια και περιμένοντας σημαντικές υπεραξίες στο μέλλον, όταν με το καλό ανακάμψει η αγορά ακινήτων.

Προς το παρόν η μέθοδος που εφαρμόζουν ασκεί πίεση στην αγορά ακινήτων για παραπέρα μείωση των τιμών.

Άθικτο το ιδιωτικό χρέος

Οι τράπεζες δεν μπορούν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά, η αγορά ακινήτων είναι εξαιρετικά προβληματική με τη βοήθεια της υπερφορολόγησης και το ιδιωτικό χρέος παραμένει ουσιαστικά άθικτο.

Ανέρχεται σε εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ και αποτελείται από το άθροισμα των δανείων των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, τα οποία είναι σε ποσοστό 45% «κόκκινα», των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς την εφορία και προς τα ασφαλιστικά ταμεία.

Δεν υπάρχει καμία μέριμνα πρώτα για τη ρύθμιση και στη συνέχεια για τη δραστική μείωση του υπέρογκου ιδιωτικού χρέους, ενώ οι «τρύπες» στον κρατικό προϋπολογισμό καλύπτονται από τα έσοδα που έχουν σχέση με οφειλές προηγούμενων ετών, για την είσπραξη των οποίων ασκείται μεγάλη πίεση στους οφειλέτες από το Δημόσιο.

Δεν είναι δυνατόν όμως να λειτουργήσει αποτελεσματικά μια οικονομία στην οποία το ιδιωτικό χρέος έχει ξεφύγει από κάθε έλεγχο και όπου όλες οι προσπάθειες που γίνονται αφορούν τη διαχείριση του δημόσιου χρέους.

Το υπέρογκο ιδιωτικό χρέος είναι βαρίδι στην οικονομία και κυρίως στην κοινωνία. Εμποδίζει την επιστροφή σε περίοδο σταθερής και δυναμικής ανάπτυξης και δημιουργεί τεράστια κοινωνικά προβλήματα, με εκατοντάδες χιλιάδες ιδιοκτήτες μικρομεσαίων επιχειρήσεων, ελεύθερους επαγγελματίες και νοικοκυριά να βρίσκονται πλέον στο περιθώριο.

Δημογραφική γήρανση

Η μάχη που δίνεται από τη ΝΔ και εκ των υστέρων από την κυβέρνηση για να ακυρωθεί στο μεγαλύτερο μέρος του ο νόμος Κατρούγκαλου και να αποτραπεί η νέα μείωση των παλαιών συντάξεων βρίσκεται στο επίκεντρο του δημόσιου ενδιαφέροντος, αλλά δεν αναιρεί την εξαιρετικά αρνητική δημογραφική, ασφαλιστική προοπτική.

Τα χρόνια της κρίσης αυξήθηκε η υπογεννητικότητα στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα τα τελευταία χρόνια να μεγαλώνει συνεχώς και η διαφορά μεταξύ των θανάτων και των γεννήσεων, να μειώνεται σε απόλυτους αριθμούς ο πληθυσμός της Ελλάδας και να επέρχεται δημογραφική γήρανση.

Όλα αυτά είναι εξαιρετικά δυσάρεστα για την οικονομία, εφόσον με το πέρασμα του χρόνου μειώνεται ο πληθυσμός που είναι σε ηλικία εργασίας και αυξάνονται σχετικά και σε απόλυτους αριθμούς οι συνταξιούχοι.

Το τελικό αποτέλεσμα είναι χαμηλοί ρυθμοί οικονομικής ανάπτυξης και αδυναμία περιορισμού της συνταξιοδοτικής δαπάνης, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τις οικονομικές ενισχύσεις στο ασφαλιστικό, συνταξιοδοτικό σύστημα από τον κρατικό προϋπολογισμό.

Όπως επισημαίνουν οι ειδικοί του ΔΝΤ, μια χώρα με χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και σοβαρό δημογραφικό πρόβλημα δυσκολεύεται να καλύψει τις ανάγκες χρηματοδότησης του Δημοσίου της από τις διεθνείς αγορές με χαμηλά επιτόκια και να εξυπηρετήσει το χρέος του Δημοσίου, εφόσον ένα σημαντικό ποσοστό του ΑΕΠ στηρίζει μέσω του κρατικού προϋπολογισμού το ασφαλιστικό, συνταξιοδοτικό σύστημα.

Η διεθνής διάσταση

Το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης, όπως και ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος κ. Στουρνάρας, αναφέρονται στη διεθνή διάσταση της χρηματιστηριακής αναταραχής που παρατηρείται στην Ελλάδα, των προβλημάτων των τραπεζών και της ανόδου των επιτοκίων στα δεκαετή ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου.

Σε μια διεθνοποιημένη οικονομία και σε ένα κράτος που συμμετέχει στην Ευρωζώνη πάντα υπάρχει μια ενισχυμένη διεθνής διάσταση στα προβλήματα που αντιμετωπίζει. Η κρίση του 2008 ανέδειξε τη δημοσιονομική ανισορροπία και την έλλειψη διεθνούς ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, προκαλώντας τον αποκλεισμό του ελληνικού Δημοσίου από τις διεθνείς αγορές και την αναγκαστική προσφυγή στους Ευρωπαίους εταίρους και πιστωτές για την εξασφάλιση δανειακού προγράμματος και την εφαρμογή συμπληρωματικού μνημονίου.

Σήμερα η ελληνική οικονομία έχει επανέλθει, σε γενικές γραμμές, σε κατάσταση δημοσιονομικής ισορροπίας, ενώ έχει καλύψει σχεδόν στο σύνολό του και το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Τα αδύνατα σημεία είναι διαφορετικά από εκείνα του 2008, αλλά διαφορετικές είναι και οι προκλήσεις από τη νέα διεθνή αναταραχή.

Η συρρίκνωση του ΑΕΠ και η μεγάλη πτώση της Ελλάδας στον πίνακα του κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε σχέση με τους Ευρωπαίους εταίρους και ανταγωνιστές μπορεί να προκαλέσουν νέα αδιέξοδα. Οι επενδυτές έχουν την τάση να παρακάμπτουν την ελληνική οικονομία, τα κερδοσκοπικά κεφάλαια αρχίζουν να κρατάνε αποστάσεις ασφαλείας από το ελληνικό Χρηματιστήριο, με αποτέλεσμα να ασκείται μεγάλη πίεση στις τιμές των μετοχών, ενώ τα επιτόκια δανεισμού του ελληνικού Δημοσίου επιβεβαιώνουν τις αρνητικές εκτιμήσεις των ειδικών του ΔΝΤ. Είναι πολύ υψηλά για μια οικονομία με τόσο περιορισμένες δυνατότητες και αναμένεται να συμβάλουν με το πέρασμα του χρόνου στη λεγόμενη μη βιωσιμότητα του χρέους του ελληνικού Δημοσίου.

Τώρα που αυξάνονται τα επιτόκια διεθνώς, αρχίζουν να υποχωρούν οι χρηματιστηριακοί δείκτες από επίπεδα ρεκόρ και εκδηλώνεται μεγάλη οικονομική αναταραχή στην Ευρωζώνη λόγω της σύγκρουσης της Ρώμης με τις Βρυξέλλες, διαπιστώνουμε ότι χάσαμε πολύτιμο χρόνο την τριετία 2015-2017, που οι διεθνείς οικονομικές συνθήκες ήταν περίπου ιδανικές. Η ευρωπαϊκή οικονομία επιτύγχανε ικανοποιητικό ή και υψηλό ρυθμό ανάπτυξης, η πολιτική της ποσοτικής χαλάρωσης που εφάρμοζε η ΕΚΤ εξασφάλιζε άφθονη ρευστότητα και έριχνε τα επιτόκια, ενώ η απείθαρχη σήμερα Ιταλία έδινε το καλό παράδειγμα της αποτελεσματικής προσαρμογής στους κανόνες της Ευρωζώνης.

Η κυβέρνηση Τσίπρα δεν αξιοποίησε την ευνοϊκή οικονομική συγκυρία, ούτε προετοίμασε την ελληνική οικονομία για τη μαθηματικά βέβαιη σταδιακή επιδείνωσή της. Τώρα διαπιστώνουμε, όπως το 2008, ότι δεν μπορούμε να ανταποκριθούμε στις διεθνείς πιέσεις και τις προκλήσεις, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την οικονομία και την κοινωνία.

Related Posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

%d bloggers like this: