ZoomNews

Η κυβέρνηση έπεσε στην παγίδα που έστησε

Με το πέρασμα του χρόνου μεγαλώνουν η ύφεση και ο λογαριασμός.

Του ευρωβουλευτή της ΝΔ Γιώργου Κύρτσου

Η κυβέρνηση Τσίπρα επένδυσε πολλά στη λεγόμενη δημιουργική ασάφεια και στη χρονική επιμήκυνση της διαπραγμάτευσης. Κατέγραψε με τη μέθοδο αυτή ορισμένα πολιτικά, επικοινωνιακά κέρδη, τα οποία κατά την εκτίμηση του Μαξίμου βοήθησαν στην επιβολή και σταθεροποίηση της νέας εξουσίας. Από την άλλη πλευρά, δημιουργήθηκε ένα κλίμα αστάθειας, το οποίο βύθισε ξανά την οικονομία στην ύφεση. Η καθυστέρηση στη λήψη των αναγκαίων αποφάσεων μεγαλώνει, σε συνδυασμό με τα φαινόμενα ύφεσης, το λογαριασμό που θα κληθούμε να πληρώσουμε, εφόσον θα πρέπει να καλύψουμε μεγαλύτερη οικονομική, δημοσιονομική απόσταση σε μικρότερο χρόνο.

Η σκληρή αλήθεια

Η σκληρή αλήθεια για την εξέλιξη της διαπραγμάτευσης, όπως τουλάχιστον προκύπτει από τις επαφές που έχω με εκπροσώπους των ευρωπαϊκών θεσμών, ευρωβουλευτές των άλλων χωρών που έχουν πρόσβαση στις κυβερνήσεις τους και κορυφαίους εκπροσώπους των κυβερνήσεων χωρών της Ευρωζώνης, συνοψίζεται ως εξής:

Η ελληνική πλευρά δεν έχει παρουσιάσει ολοκληρωμένη και αξιόπιστη πρόταση για την προσαρμογή που σχετίζεται με την αξιολόγηση και την τετράμηνη παράταση του ισχύοντος προγράμματος. Οι εκπρόσωποι των θεσμών εμφανίζονται ιδιαίτερα προβληματισμένοι με την προχειρότητα που χαρακτηρίζει τις φορολογικές προτάσεις του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης και θεωρούν ότι ενδεχόμενη εφαρμογή τους δεν πρόκειται να συμβάλει ουσιαστικά στην κάλυψη του δημοσιονομικού κενού. Εκτιμούν ότι η ελληνική κυβέρνηση κάνει παιχνίδι εντυπώσεων αλλάζοντας συνεχώς τους προτεινόμενους συντελεστές ΦΠΑ, ετεροχρονίζοντας την εφαρμογή των φορολογικών μέτρων και παρουσιάζοντας αμφίβολης ποιότητας μεθόδους πάταξης της φοροδιαφυγής.

Επισημαίνουν ότι το μικρό πρωτογενές πλεόνασμα που άφησε πίσω της η κυβέρνηση Σαμαρά έχει ήδη μετατραπεί σε πρωτογενές έλλειμμα και πως δεν έχουν γίνει οι κατάλληλοι υπολογισμοί για να εκτιμηθεί το δημοσιονομικό κενό, αφού πρώτα συμφωνηθεί το ύψος του πρωτογενούς πλεονάσματος.

Επισημαίνουν ότι η άρνηση της κυβέρνησης Τσίπρα να εφαρμόσει υφεσιακά μέτρα δεν λύνει το πρόβλημα, εφόσον η ελληνική οικονομία έχει μπει ήδη σε πορεία ύφεσης εξαιτίας της οικονομικής, επιχειρηματικής αβεβαιότητας και της πρακτικής αδυναμίας χρηματοδότησης του παραγωγικού ιδιωτικού τομέα της οικονομίας. Υπογραμμίζουν ότι το 2015, το οποίο είχε προγραμματιστεί να είναι μια καλή αναπτυξιακή χρονιά, δεν θα δώσει αύξηση στο ΑΕΠ και πως εάν συνεχίσει η κυβέρνηση Τσίπρα την τακτική των καθυστερήσεων, θα χαθεί και το 2016. Αυτό σημαίνει ότι τα οικονομικά μεγέθη θα διαμορφωθούν σε χαμηλότερα επίπεδα, διευρύνοντας το δημοσιονομικό κενό και μεγαλώνοντας το λογαριασμό σε ό,τι αφορά τα μέτρα που θα χρειαστούν.

Βαθιά δυσαρέσκεια

Πίσω από τη βιτρίνα μιας σχετικά ομαλής εξέλιξης στις διαπραγματεύσεις εκδηλώνεται η βαθιά δυσαρέσκεια των συνομιλητών της ελληνικής πλευράς. Θεωρούν ότι οι φορολογικές προτάσεις είναι πρόχειρες, πως δεν έχει γίνει τίποτα για τον έλεγχο του διαρκώς αυξανόμενου ασφαλιστικού, συνταξιοδοτικού ελλείμματος και πως η κυβέρνηση καθυστερεί, για προφανείς πολιτικούς λόγους, τις μεταρρυθμίσεις, από τις ιδιωτικοποιήσεις μέχρι την αναδιάρθρωση της δημόσιας διοίκησης και τη συμφωνηθείσα απελευθέρωση της αγοράς εργασίας. Αν και δεν εκφράζονται δημόσια, θεωρούν ότι οι κυβερνητικές πρωτοβουλίες για επαναπρόσληψη των απολυθέντων στο Δημόσιο και κομματικοποίηση των ΑΕΙ δυσκολεύουν τη συνεννόηση, γιατί επιβεβαιώνουν την κακή πολιτική διάθεση της κυβέρνησης Τσίπρα.

Επίσημα ο χρόνος τελειώνει για το ελληνικό Δημόσιο στα τέλη Ιουνίου, αλλά οι συνομιλητές μας υπογραμμίζουν ότι θα πρέπει να υπάρξει συμφωνία μέχρι τις αρχές Ιουνίου, για να εξασφαλιστεί το χρονικό περιθώριο να γίνουν οι αναγκαίες κινήσεις και να μπουν οι πολιτικές υπογραφές. Τονίζουν ότι όσο καθυστερεί η ελληνική πλευρά, μεγαλώνει ο κίνδυνος ενός ατυχήματος, εφόσον το ρευστό που έχει στη διάθεσή του το ελληνικό Δημόσιο έχει ουσιαστικά εξαντληθεί.

Διαπραγματευτική Βαβέλ

Την κατάσταση περιπλέκει η διαπραγματευτική σύγχυση που έχει δημιουργηθεί με ευθύνη όλων των πρωταγωνιστών. Στην Ελλάδα ορισμένοι υπουργοί της κυβέρνησης ειδικεύονται στο πρόωρο κλείσιμο της συμφωνίας χωρίς να υπάρχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις. Ένας από αυτούς έχει ανακοινώσει 4-5 φορές την υπογραφή της συμφωνίας. Πρώτα τον Μάρτιο, στη συνέχεια τον Απρίλιο και μετά τον Μάιο. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός άλλοτε εμφανίζει τη συμφωνία σε δύο στάδια –πρώτα η ολοκλήρωση του ισχύοντος προγράμματος και στη συνέχεια η διαπραγμάτευση ενός τρίτου προγράμματος-μνημονίου για την κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού της διετίας 2015-2016– και άλλοτε επιμένει σε ένα πακέτο δύο σε ένα, το οποίο θα οριστικοποιηθεί στο άμεσο μέλλον ύστερα από πολιτική συμφωνία. Εάν προσθέσουμε στα παραπάνω την αυτονόμηση του υπουργού Οικονομικών, ο οποίος ασχολείται υπερβολικά πολύ με τα συνέδρια του Ιδρύματος Σόρος και άλλες παράπλευρες δραστηριότητες, και τις βασικές αντιρρήσεις για οποιονδήποτε συμβιβασμό που εκφράζουν ισχυροί υπουργοί και κομματικοί παράγοντες, έχουμε μια διαπραγματευτική Βαβέλ που βλάπτει τα καλώς εννοούμενα συμφέροντά μας.

Διαφορετικές προσεγγίσεις

Διαφορετικές είναι και οι προσεγγίσεις των εκπροσώπων των θεσμών και κυβερνήσεων ισχυρών χωρών της Ευρωζώνης. Το ΔΝΤ εμφανίζεται εξαιρετικά αυστηρό και προσπαθεί να πιέσει την Ευρωζώνη να «κουρέψει» το ελληνικό χρέος που της αναλογεί, για να γίνει βιώσιμο το ποσοστό του δικού του χρέους. Οι Ευρωπαίοι εταίροι απορρίπτουν, για προφανείς πολιτικούς λόγους, οποιοδήποτε «κούρεμα» του ελληνικού χρέους, το οποίο θα άνοιγε νέες τρύπες στους κρατικούς προϋπολογισμούς και θα τους εξέθετε σε σκληρή πολιτική κριτική στις χώρες τους.

Η ΕΚΤ είναι εξαιρετικά δυσαρεστημένη με την τακτική της ελληνικής κυβέρνησης και έχει αρχίσει να στέλνει μηνύματα σταδιακής αυστηροποίησης της πολιτικής που ακολουθεί έναντι της Ελλάδας. Η εξαιρετικά μικρή αύξηση των πιστώσεων του ELA, μόλις 200 εκατ. ευρώ, που αποφάσισε το Δ.Σ. της ΕΚΤ αυτή την εβδομάδα προετοιμάζει για το τέλος των πιστωτικών διευκολύνσεων σε περίπτωση που δεν υπάρξει ουσιαστική πρόοδος στις διαπραγματεύσεις. Με το πέρασμα του χρόνου αναδεικνύεται ο ρόλος του Μάριο Ντράγκι, που μπορεί να πάρει την τελική απόφαση για τη θετική ή αρνητική εξέλιξη της ελληνικής κρίσης.

Πιο χαλαρή είναι η προσέγγιση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, με τον πρόεδρό της κ. Γιούνκερ να προσπαθεί να δημιουργήσει κλίμα συνεννόησης και υπέρβασης των δυσκολιών μέσα από τους αναγκαίους συμβιβασμούς. Οι εκπρόσωποι των θεσμών θα πρέπει να καταλήξουν σε μια κοινή πρόταση για την αντιμετώπιση του ελληνικού προβλήματος, η οποία θα κριθεί στη συνέχεια σε επίπεδο Eurogroup. Εκεί τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα για την ελληνική πλευρά, η οποία στερείται συμμάχων. Ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας κ. Σόιμπλε εμφανίζεται ιδιαίτερα αυστηρός και μεθοδικός στην προσέγγισή του και με την τελευταία συνέντευξη που έδωσε στη «Wall Street Journal» αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο ελληνικής χρεοκοπίας. Πιο σκληροί από τον κ. Σόιμπλε εμφανίζονται έναντι της Ελλάδας οι εκπρόσωποι 10-12 κυβερνήσεων, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι κυβερνήσεις του λεγόμενου Νότου που πέρασαν από τη δική τους μνημονιακή δοκιμασία, οι κυβερνήσεις εξαιρετικά αναπτυγμένων χωρών που επιμένουν στον οικονομικό φιλελευθερισμό και στη δημοσιονομική ορθοδοξία και οι κυβερνήσεις πρώην ανατολικών χωρών που θεωρούν ότι δίνονται υπερβολικά πολλά χρήματα στην Ελλάδα, τα οποία θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν για την ανάπτυξη των δικών τους χωρών. Υπάρχουν ορισμένες κυβερνήσεις, όπως η γαλλική και η ιταλική, που δείχνουν μεγαλύτερη κατανόηση για τις ελληνικές θέσεις, επιμένουν όμως και αυτές στην τήρηση των κανόνων και δεν έχουν καμία διάθεση να συγκρουστούν στο Eurogroup για λογαριασμό της Ελλάδας.

Από τη θεωρία στην πράξη

Μέχρι σήμερα αναλύουμε τη διαπραγματευτική τακτική της κυβέρνησης διαπιστώνοντας τη σταδιακή επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης. Σύντομα, όμως, θα περάσουμε από τη θεωρία στην πράξη, με τη μια δέσμη μέτρων να διαδέχεται την άλλη στο πλαίσιο της ολοκλήρωσης του ισχύοντος προγράμματος και στη συνέχεια της διαπραγμάτευσης για την κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού του 2015-2016 με ένα τρίτο πρόγραμμα-μνημόνιο.

Την πρώτη δέσμη μέτρων, η οποία εκτιμάται στα 5 δισ. ευρώ, θα ακολουθήσουν οι παρεμβάσεις για το ασφαλιστικό, συνταξιοδοτικό, την αγορά εργασίας, τις ιδιωτικοποιήσεις και την αναδιάρθρωση της δημόσιας διοίκησης. Εάν η κυβέρνηση Τσίπρα είχε κινηθεί γρήγορα και αποτελεσματικά, θα είχαμε πληρώσει έναν μικρότερο λογαριασμό και θα είχαμε ήδη δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Έτσι όπως εξελίσσονται τα πράγματα, έχουμε μπροστά μας ένα εξάμηνο δύσκολης και επώδυνης προσαρμογής με αβέβαιο δημοσιονομικό και οικονομικό αποτέλεσμα. Αυτό είναι το λιγότερο κακό σενάριο, γιατί υπάρχει πάντα σοβαρή πιθανότητα αποτυχίας των διαπραγματεύσεων, στάσης πληρωμών του Δημοσίου και δραματικής επιδείνωσης της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης.

Related Posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *