ZoomNews

Ιδια λάθη

Του ευρωβουλευτή της ΝΔ Γιώργου Κύρτσου

Η επιτάχυνση της οικονομικής διπλωματίας, με πρωτοβουλία των Ευρωπαίων εταίρων και των πιστωτών, αποσκοπεί σε μια μεταβατική συμφωνία της τελευταίας στιγμής, η οποία θα δημιουργήσει μια βιτρίνα σχετικής ομαλότητας.

Κατά την άποψή μου, η ελληνική πλευρά αλλά και οι συνομιλητές της επαναλαμβάνουν, σε πολύ πιο δύσκολες συνθήκες, τα βασικά λάθη του παρελθόντος. Αντί να συζητήσουν για την επεξεργασία μιας στρατηγικής που θα μας βγάλει από την κρίση, εγκλωβίστηκαν στο θέμα της δόσης και των ημερομηνιών.

Ελληνική παράλειψη

Τα βασικά λάθη γίνονται, όπως το θέλει η κακή παράδοση, στην Αθήνα. Η κυβέρνηση Τσίπρα δεν έχει ολοκληρωμένη πρόταση για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης, ενώ πολλά κυβερνητικά και κομματικά στελέχη δημιουργούν συνεχώς προβλήματα με τις παρεμβάσεις τους. Η ελληνική κυβέρνηση έπαιξε, για μια ακόμη φορά, το παιχνίδι των καθυστερήσεων, ενώ είναι φανερό ότι εμείς χρειαζόμαστε τη λύση στα οικονομικά μας προβλήματα και έχουμε υποχρέωση να δημιουργήσουμε μια δυναμική που θα ξεπερνά τη γραφειοκρατική αντίληψη των θεσμών και τους πολιτικούς δισταγμούς των περισσότερων κυβερνήσεων της Ευρωζώνης. Τα τρία βασικά προβλήματα που αποφεύγει να αντιμετωπίσει η ελληνική πλευρά είναι το διαρθρωτικό έλλειμμα του ασφαλιστικού, συνταξιοδοτικού συστήματος, η διόγκωση του κράτους και των παραφυάδων του πέρα από τις δυνατότητες χρηματοδότησής τους από τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας και η αδυναμία δημιουργίας κλίματος οικονομικής και επιχειρηματικής εμπιστοσύνης.

Ανοιχτή πληγή

Το έλλειμμα του ασφαλιστικού, συνταξιοδοτικού συστήματος επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό με ένα ποσό της τάξης των 14 δισ. ευρώ. Οι Ευρωπαίοι εταίροι και οι πιστωτές ζητούν τη μείωση του διαρθρωτικού ασφαλιστικού ελλείμματος κατά 2,5-3 δισ. ως αναγκαία προϋπόθεση για την επίτευξη σταθερού και αυξανόμενου δημοσιονομικού πλεονάσματος. Η επίτευξη του πλεονάσματος είναι στρατηγικής σημασίας, γιατί εξασφαλίζει τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του χρέους και ανοίγει το δρόμο στην αναδιάρθρωσή του –με βάση την πολιτική απόφαση του Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου 2012–, ώστε να το αποπληρώσουμε σε 50 αντί για 30 χρόνια.

Δεν μπορεί να υπάρξει αποτελεσματική διαχείριση του δημόσιου χρέους και βελτίωση της δημοσιονομικής προοπτικής της χώρας χωρίς άμεση και δραστική αντιμετώπιση του ασφαλιστικού, συνταξιοδοτικού ζητήματος. Αυτή η δημόσια συζήτηση βρίσκεται σε εξέλιξη εδώ και 15 χρόνια και όλες οι αποφάσεις που πήραν οι κυβερνήσεις ήταν σε λάθος κατεύθυνση. Η κυβέρνηση Σημίτη μας έβαλε στην ΟΝΕ αλλά δεν μπόρεσε να ελέγξει το κομματικό, συντεχνιακό ΠΑΣΟΚ και έτσι ματαιώθηκε η ασφαλιστική μεταρρύθμιση Γιαννίτση. Η κυβέρνηση Καραμανλή ακολούθησε μία απαράδεκτα χαλαρή πολιτική στο ζήτημα, με αποτέλεσμα να αυξηθεί η κρατική επιδότηση του ασφαλιστικού, συνταξιοδοτικού συστήματος από 5 δισ. ευρώ το 2004 σε 15 δισ. ευρώ το 2009. Η αδυναμία χρηματοδότησης του ασφαλιστικού, συνταξιοδοτικού συστήματος σε συνθήκες ΟΝΕ είναι η βασική αιτία που οδήγησε στον δημοσιονομικό εκτροχιασμό και στην υπερχρέωση του ελληνικού Δημοσίου, με αποτέλεσμα να υποχρεωθούμε να ακολουθήσουμε την πολιτική των μνημονίων.

Το εκπληκτικό είναι ότι το πολιτικό, συνδικαλιστικό σύστημα διαχειρίστηκε τα μνημόνια με έναν τρόπο που εξασφάλισε την παραμονή του ασφαλιστικού, συνταξιοδοτικού ελλείμματος στο ύψος του. Η αυστηροποίηση του συστήματος με βάση τις μνημονιακές προδιαγραφές γίνεται με έναν τρόπο που συμβάλλει στην αύξηση των πρόωρων συνταξιοδοτήσεων και στη διατήρηση του διαρθρωτικού ελλείμματος. Όλοι σπεύδουν να πάρουν τη σύνταξη προτού ισχύσουν οι αυστηρότεροι κανόνες, με αποτέλεσμα να έχουμε φτάσει στο σημείο να αναλογούν μόλις τέσσερις εργαζόμενοι για κάθε τρεις συνταξιούχους. Υπάρχουν μάλιστα πολλά ταμεία στα οποία η αναλογία είναι ήδη ένας εργαζόμενος προς έναν συνταξιούχο, γεγονός που καθιστά πρακτικά αδύνατη την αυτοχρηματοδότησή τους.

Στις συνθήκες που περιγράψαμε, θα έπρεπε να είχε αναπτυχθεί ένας εθνικός διάλογος για την αναγκαία εξυγίανση του ασφαλιστικού, συνταξιοδοτικού συστήματος. Αντλεί πάνω από το 50% των πόρων του από τον κρατικό προϋπολογισμό, ενώ η εξυγίανση που περιγράφουν οι Ευρωπαίοι εταίροι και οι πιστωτές προϋποθέτει την άμεση ελάφρυνση του συστήματος –με τον ένα ή τον άλλο τρόπο– από το 10% των συνολικών δαπανών του.

Η κυβέρνηση Σαμαρά εγκατέλειψε την προσπάθεια στην τελική ευθεία προς την έξοδο από το μνημόνιο για να μην κατηγορηθεί ότι περιόρισε τις επικουρικές συντάξεις και το εφάπαξ, ενώ η κυβέρνηση Τσίπρα έχει φτάσει στο σημείο να απορρίπτει οποιαδήποτε μείωση οποιασδήποτε σύνταξης και να υπόσχεται τη χορήγηση 13ης σύνταξης στους χαμηλοσυνταξιούχους.

Τώρα παίζεται ένα πολιτικό παιχνίδι, με τους Ευρωπαίους εταίρους και τους πιστωτές να επιμένουν στη μείωση του κόστους και του ελλείμματος του ασφαλιστικού, συνταξιοδοτικού συστήματος και την κυβέρνηση να προσπαθεί να κερδίσει χρόνο για να διαχειριστεί επικοινωνιακά το πρόβλημα. Έτσι όπως εξελίσσονται τα πράγματα, η όποια συμφωνία για το ασφαλιστικό, συνταξιοδοτικό θα παραμείνει στα χαρτιά με τη δοκιμασμένη μέθοδο που ακολουθήθηκε σε αρκετές περιπτώσεις στο παρελθόν και δεν θα υπάρξει η αναγκαία μείωση του διαρθρωτικού ελλείμματος. Στην κυβέρνηση θεωρούν άδικο να φορτωθούν πολιτικά την εξυγίανση του ασφαλιστικού, συνταξιοδοτικού συστήματος, θα έπρεπε όμως ο κ. Τσίπρας και οι συνεργάτες του να είναι πιο προσεκτικοί και υπεύθυνοι στους χειρισμούς τους. Αντί να δώσουν τη δυνατότητα στην κυβέρνηση Σαμαρά να εφαρμόσει όσα είχαν ήδη συμφωνηθεί για το ασφαλιστικό, υιοθέτησαν μία δημαγωγική τακτική, υποσχόμενοι πάρα πολλά στους συνταξιούχους και στους ασφαλισμένους, με αποκλειστικό στόχο να αντλήσουν εκλογικά οφέλη.

Το μεγάλο Δημόσιο

Στη διάρκεια των τελευταίων μηνών ο ΣΥΡΙΖΑ και οι ΑΝΕΛ υπερασπίστηκαν τα δικαιώματα και τα κεκτημένα στο χώρο της δημόσιας διοίκησης και του ευρύτερου δημόσιου τομέα της οικονομίας.

Δεν υπάρχει όμως δυνατότητα ανάκαμψης και στη συνέχεια ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας χωρίς δραστικό περιορισμό των δημοσίων δαπανών, προκειμένου να ανασάνει φορολογικά ο παραγωγικός ιδιωτικός τομέας. Αντί για περιορισμό των δημοσίων δαπανών με βάση τις δυνατότητες χρηματοδότησής τους από τον παραγωγικό ιδιωτικό τομέα, είχαμε μια νέα κομματική έφοδο στη δημόσια διοίκηση, μονομερείς ενέργειες που ήταν σε πλήρη αντίθεση με όσα είχαν συμφωνηθεί με τους Ευρωπαίους εταίρους και τους πιστωτές και προκλητικές σπατάλες με χαρακτηριστικότερη την απευθείας ανάθεση σύμβασης για εκσυγχρονισμό τεχνολογικά ξεπερασμένων αεροσκαφών, ύψους 500 εκατ. δολαρίων.

Η στρέβλωση του ελληνικού πολιτικού συστήματος συνεχίζεται επί ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ. Το βασικό πολιτικό θέμα είναι τι θα γίνει με τους 8.000 απολυμένους, από την κυβέρνηση Σαμαρά, δημοσίους υπαλλήλους και κανείς δεν ασχολείται στα σοβαρά με το πώς θα μπορούσαν να επιστρέψουν στην αγορά εργασίας αυτοί που έχασαν τη δουλειά τους στον ιδιωτικό τομέα και ξεπερνούν το 1 εκατομμύριο.

Δεν υπάρχει καμία σοβαρή πολιτική πρόταση, από την πλευρά της κυβέρνησης, για τον δραστικό περιορισμό των δημοσίων δαπανών. Η κρίση που περνάνε η ελληνική οικονομία και η κοινωνία προήλθε από την αύξηση των δημοσίων δαπανών και την υπερχρέωση του Δημοσίου που αυτή προκάλεσε.

Οι χώρες που βγήκαν με επιτυχία από το δικό τους μνημόνιο έδωσαν άμεση προτεραιότητα στον δραστικό περιορισμό των δημοσίων δαπανών και απέφυγαν να επιβαρύνουν φορολογικά τους πιο δυναμικούς κλάδους του ιδιωτικού τομέα. Και σε αυτό το ζήτημα η κυβέρνηση Τσίπρα θα υποχρεωθεί να ακολουθήσει τις υποδείξεις των Ευρωπαίων εταίρων και των πιστωτών, αλλά από τη στιγμή που δεν έχει τη λεγόμενη ιδιοκτησία του οικονομικού προγράμματος –δεν συνέβαλε στην επεξεργασία του και κράτησε αποστάσεις ασφαλείας αφήνοντας τη διαμόρφωσή του στην άλλη πλευρά– δεν πρέπει να περιμένουμε αποτελεσματική εφαρμογή των συμφωνηθέντων.

Το μεγάλο κενό

Ο πρωθυπουργός κ. Τσίπρας και οι συνεργάτες του καλούνται να αποφασίσουν υπέρ ή κατά μιας πρότασης που λύνει το άμεσο πρόβλημα χρηματοδότησης του ελληνικού Δημοσίου και ανοίγει το δρόμο σε μια πιο δύσκολη διαπραγμάτευση για την κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού της διετίας 2015-2016 και τη μελλοντική αναδιάρθρωση του χρέους με βάση της συμφωνία Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου 2012.

Για μια ακόμη φορά η ελληνική κυβέρνηση σπατάλησε όλο το διπλωματικό της κεφάλαιο παρουσιάζοντας κόκκινες γραμμές και δίνοντας τη μάχη των προθεσμιών και δεν φρόντισε να εξασφαλίσει τις προϋποθέσεις για την αναπτυξιακή απογείωση της ελληνικής οικονομίας.

Δεν υπάρχει καμία σοβαρή δέσμευση από την πλευρά των ισχυρών της Ευρωζώνης ότι θα χρηματοδοτήσουν «εδώ και τώρα» την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, ώστε να δημιουργηθούν εκατοντάδες χιλιάδες νέες θέσεις απασχόλησης και να γίνει βιώσιμο το χρέος του ελληνικού Δημοσίου. Βρισκόμαστε έτσι αντιμέτωποι με την εφαρμογή νέων περιοριστικών μέτρων που δεν συμπληρώνονται από τις αναγκαίες επενδυτικές και αναπτυξιακές πρωτοβουλίες. Δεν είναι δύσκολο να προβλέψουμε ότι το επόμενο εξάμηνο θα επιδεινωθεί η οικονομική συγκυρία και θα μεγαλώσει ο λογαριασμός για την κοινωνία.

Την κατάσταση περιπλέκει η στάση σημαντικών κυβερνητικών και κομματικών στελεχών που θεωρούν όλες τις ιδιωτικοποιήσεις ξεπούλημα του εθνικού πλούτου και αντιμετωπίζουν με εχθρική διάθεση τις περισσότερες πρωτοβουλίες ξένων επενδυτών. Το αρνητικό οικονομικό και επιχειρηματικό κλίμα που έχει δημιουργηθεί, αλλά και η άρνηση των ισχυρότερων εταίρων να δεσμεύσουν πρόσθετους πόρους για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, μας προετοιμάζουν για επιδείνωση της κατάστασης. Η θεωρία σύμφωνα με την οποία θα εκδηλωθεί ο επενδυτικός αυτοματισμός της αγοράς υπέρ της ελληνικής οικονομίας μόλις βελτιωθούν οι συνθήκες δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα.

Μία από τα ίδια

Κατώτερη των περιστάσεων είναι και η τακτική που ακολούθησαν οι ισχυροί της Ευρωζώνης και οι εκπρόσωποι των θεσμών.

Στην αρχή οι κυβερνήσεις της Ευρωζώνης, στο σύνολό τους –με εξαίρεση φυσικά την Ελλάδα– κεντροδεξιές και κεντροαριστερές, είδαν την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ σαν μια μεγάλη απειλή αποσταθεροποίησης του ευρωπαϊκού Νότου. Στη συνέχεια άρχισαν να την αντιμετωπίζουν σαν μια πολιτική ευκαιρία, εφόσον το κακό διαχειριστικό αποτέλεσμα του κ. Τσίπρα και των συνεργατών του λειτουργούσε αποτρεπτικά για τους ψηφοφόρους άλλων χωρών που ήθελαν να δώσουν την πολιτική ευκαιρία στη ριζοσπαστική Αριστερά. Οι Podemos ήταν, με βάση τις δημοσκοπήσεις, πρώτο κόμμα στις αρχές του χρόνου και ήρθαν τρίτοι και καταϊδρωμένοι στις πρόσφατες περιφερειακές και δημοτικές εκλογές. Αντιμέτωποι με την αρνητική αντίδραση της ισπανικής κοινής γνώμης στο πείραμα του ΣΥΡΙΖΑ, υιοθέτησαν πιο ήπιες θέσεις και προχωρούν ήδη σε τοπικές συνεργασίες με το Σοσιαλιστικό Κόμμα, που αποτελεί βασικό στήριγμα του παραδοσιακού πολιτικού συστήματος.

Δεν υπάρχει τίποτα στις προτάσεις των κυβερνήσεων της Ευρωζώνης που να προετοιμάζει την άμεση βελτίωση της κατάστασης και της προοπτικής της ελληνικής οικονομίας. Παράλληλα, οι θεσμοί επέστρεψαν στη γνώριμη γραφειοκρατική τους ρουτίνα. Το ΔΝΤ ζητεί εγγυήσεις για τη βιωσιμότητα του χρέους του ελληνικού Δημοσίου με μοναδικό σκοπό να πάρει πίσω τα λεφτά του και χωρίς καμία διάθεση να συμβάλει σε οποιαδήποτε απομείωση του χρέους. Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Γιούνκερ χρησιμοποιεί την επιρροή του για να παίξει τον θεσμικό ρόλο του γεφυροποιού χωρίς να υπάρχει καμία εγγύηση ότι συνδέει την εξασφάλιση της άμεσης χρηματοδότησης του ελληνικού Δημοσίου με τη μελλοντική βελτίωση της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης στην Ελλάδα. Ο μόνος που έκανε κάτι εντυπωσιακά δημιουργικό τους τελευταίους μήνες είναι ο διοικητής της ΕΚΤ κ. Ντράγκι. Πήρε συγκεκριμένες πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση του αποπληθωρισμού, την αύξηση της ρευστότητας, τη δραστική μείωση των επιτοκίων δανεισμού του Δημοσίου των χωρών της Ευρωζώνης αλλά και των επιχειρήσεων και την πτώση της ισοτιμίας του ευρώ έναντι του δολαρίου, για να ενισχυθεί η διεθνής ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών οικονομιών. Τα λάθη της κυβέρνησης Τσίπρα και η τακτική των άλλων κυβερνήσεων της Ευρωζώνης και των εκπροσώπων των θεσμών δεν επιτρέπουν, προς το παρόν, στην Ελλάδα να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες που προσφέρει η πολιτική του κ. Ντράγκι.

Related Posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

%d bloggers like this: