ZoomNews

Κυβερνητικά αυτογκόλ στην οικονομία

Του Γιώργου Κύρτσου

Η κυβέρνηση Τσίπρα κινδυνεύει να χάσει την ευκαιρία της επανεκκίνησης της οικονομίας σε μια περίοδο κατά την οποία δεν δέχεται μεγάλη πίεση από τα κόμματα της αντιπολίτευσης και απλά πρέπει να ξεπεράσει τους δικούς της δισταγμούς.

Μεγάλη ζημιά στις τράπεζες

Η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών εξελίχθηκε πολύ άσχημα από τη σκοπιά του δημόσιου συμφέροντος και των φορολογούμενων πολιτών και δείχνει πως οι λαθεμένοι πολιτικοί χειρισμοί έχουν τελικά μεγάλο οικονομικό κόστος.

Την περίοδο της πρώτης κυβέρνησης Τσίπρα το τραπεζικό σύστημα αποσταθεροποιήθηκε εξαιτίας των επιθετικών πρωτοβουλιών που πήρε ο τότε υπουργός Οικονομικών κ. Βαρουφάκης. Οι καταθέσεις μειώθηκαν από 160 δισ. ευρώ σε 120 δισ. ευρώ, τα «κόκκινα» δάνεια αυξήθηκαν από το 35% στο 50% του συνόλου και η αξία των μετοχών των συστημικών τραπεζών κατέρρευσε. Το φθινόπωρο του 2014 οι ελληνικές τράπεζες ήταν σε αρκετά καλή κατάσταση, δεν είχαν ανάγκη νέα ανακεφαλαιοποίηση και ήταν έτοιμες να χρηματοδοτήσουν την ανάπτυξη της πραγματικής οικονομίας.

Η αποσταθεροποίηση που προκάλεσε η συγκρουσιακή στρατηγική του κ. Τσίπρα και του κ. Βαρουφάκη δημιούργησε την ανάγκη για νέα ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, η οποία είχε φοβερές συνέπειες για τους μετόχους, τους φορολογούμενους και το Δημόσιο. Η νέα ανακεφαλαιοποίηση στηρίχτηκε σε ιδιωτικά κεφάλαια –σημαντική ήταν η συμμετοχή διαφόρων ξένων funds–, με αποτέλεσμα να περιοριστεί και σε περιπτώσεις περίπου να εξαφανιστεί η συμμετοχή του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας στο μετοχικό κεφάλαιο. Αυτό σημαίνει ότι χάθηκαν τα δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ των προηγούμενων ανακεφαλαιοποιήσεων, εφόσον είναι πρακτικά αδύνατο να πάρει πίσω τα χρήματα που επενδύθηκαν στις ανακεφαλαιοποιήσεις το Δημόσιο μέσα από μια μελλοντική πώληση του «πακέτου» των μετοχών του ΤΧΣ. Τα χρήματα χάθηκαν, αλλά έμεινε η υποχρέωση για τους φορολογούμενους πολίτες, οι οποίοι θα κληθούν να αποπληρώσουν τα ποσά που δεσμεύτηκαν στις προηγούμενες ανακεφαλαιοποιήσεις και αποτελούν μέρος του δημόσιου χρέους.

Σαν να μην έφτανε αυτό, χάθηκε και ο δημόσιος έλεγχος στις τράπεζες, μετατρέποντας την Ελλάδα σε μοναδική περίπτωση χώρας όπου οι φορολογούμενοι πολίτες πλήρωσαν το λογαριασμό των ανακεφαλαιοποιήσεων των τραπεζών για να καταλήξουν αυτές στον έλεγχο των ιδιωτών, χωρίς μάλιστα οι φορολογούμενοι να πάρουν τα λεφτά τους ή ένα μέρος από αυτά πίσω. Στους ευρωπαϊκούς θεσμούς αναλύουν, σαν παράδειγμα προς αποφυγή, την τρίτη ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών, η οποία βέβαια επιβλήθηκε από τα λάθη και τις αστοχίες της περιόδου Ιανουάριος-Ιούλιος 2015.

Η καθυστέρηση κοστίζει

Κι ενώ μαζεύουμε τα σπασμένα κομμάτια που άφησε πίσω της η αποτυχημένη αναμέτρηση της κυβέρνησης με την Ευρωζώνη, έχει αρχίσει η πολιτική διαχείριση, σε βάθος χρόνου, του ασφαλιστικού-συνταξιοδοτικού. Η κυβέρνηση προσπαθεί να τετραγωνίσει τον κύκλο υποσχόμενη ασφαλιστική μεταρρύθμιση χωρίς μείωση των κύριων συντάξεων, χωρίς δυνατότητα επαρκούς χρηματοδότησης του συστήματος και χωρίς πρόσβαση του Δημοσίου στις διεθνείς αγορές, για να καλυφθεί η ασφαλιστική «τρύπα» με δανεικά.

Τον Ιανουάριο του 2015 ο ΣΥΡΙΖΑ υποσχόταν 13η σύνταξη στους χαμηλοσυνταξιούχους, τον Σεπτέμβριο του 2015 δεσμεύτηκε να μη μειωθούν οι συντάξεις και να αντιμετωπιστούν οι κοινωνικές αδικίες με το λεγόμενο παράλληλο πρόγραμμα και τώρα προσπαθεί να πείσει ότι το 2016 θα μειωθούν μόνο οι επικουρικές συντάξεις και πως η εξοικονόμηση των 1,8 δισ. ευρώ που προβλέπει το τρίτο μνημόνιο θα επιτευχθεί κυρίως μέσω της αύξησης των ασφαλιστικών εισφορών. Εν τω μεταξύ, τα φορολογικά έσοδα είναι πολύ κάτω από τον αρχικό στόχο και 2 δισ. κάτω από τον αναθεωρημένο στόχο, οι ασφαλιστικές εισφορές υποχωρούν και η ασφαλιστική «τρύπα» μεγαλώνει χωρίς δυνατότητα κάλυψής της.

Η κυβέρνηση υφίσταται ήδη μεγάλη πολιτική φθορά χωρίς να έχει αρχίσει την εφαρμογή των πιο δύσκολων μέτρων του τρίτου προγράμματος-μνημονίου.

Η καθυστέρηση έχει τεράστιο κόστος, γιατί οδηγεί στην αναβολή της συζήτησης για την αναδιάρθρωση του χρέους, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια νέα επιδείνωση στις σχέσεις με τους Ευρωπαίους εταίρους και τους πιστωτές και εμποδίζει την άμεση αξιοποίηση των δυνατοτήτων της ποσοτικής χαλάρωσης που εφαρμόζει η ΕΚΤ, με πρωτοβουλία του κ. Ντράγκι.

Ενώ η κυβέρνηση έχει κάθε οικονομικό λόγο να βιάζεται, παίζει, όπως το θέλει η κακή παράδοση που έχει δημιουργηθεί, το παιχνίδι της πολιτικής καθυστέρησης, το οποίο θα την οδηγήσει σε μεγάλη φθορά λόγω της επιδείνωσης της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης.

Αδυναμία προσαρμογής

Δικαιολογημένη ανησυχία προκαλεί και η αδυναμία προσαρμογής της κυβέρνησης Τσίπρα στους ευρωπαϊκούς κανόνες και στις υποχρεώσεις που έχουμε αναλάβει. Χαρακτηριστικό το παράδειγμα των επιδοτήσεων που δόθηκαν στους αγρότες, δήθεν για την αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών, επί κυβέρνησης Καραμανλή με πρωτοβουλία του τότε υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης κ. Χατζηγάκη, και οι οποίες πρέπει να επιστραφούν ύστερα από απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Η κυβέρνηση ψήφισε στη Βουλή το σχετικό νομοσχέδιο διαβεβαιώνοντας ταυτόχρονα τους αγρότες ότι όσο ελέγχει την πολιτική κατάσταση ο ΣΥΡΙΖΑ, οι παράνομες επιδοτήσεις, ύψους εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, δεν πρόκειται να επιστραφούν. Στέλνουμε, δηλαδή, μήνυμα στους Ευρωπαίους εταίρους ότι όποιοι και να είναι οι κοινοτικοί κανόνες, εμείς θα τους παρακάμπτουμε, όποιο πολιτικό κόμμα και να βρίσκεται στην εξουσία.

Με τέτοιου είδους μεθοδεύσεις αναλαμβάνουμε το ρίσκο καταλογισμού τεράστιων προστίμων σε βάρος του ελληνικού Δημοσίου και φυσικά οδηγούμαστε στο περιθώριο της διαρκούς ευρωπαϊκής διαπραγμάτευσης.

Η αξιοπιστία μας έναντι των ευρωπαϊκών θεσμών και των εταίρων τίθεται σε αμφισβήτηση και εξαιτίας των χειρισμών στο πολυσυζητημένο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων και ρευστοποίησης της δημόσιας περιουσίας. Ο πρωθυπουργός κ. Τσίπρας έχει βάλει την υπογραφή του σε ένα υπερβολικά φιλόδοξο πρόγραμμα, το οποίο υποτίθεται ότι θα εξασφαλίσει έσοδα ύψους 50 δισ. ευρώ, ενώ η κυβέρνηση κάνει ό,τι μπορεί για να δυσχεράνει ή να ματαιώσει τις προγραμματισμένες ιδιωτικοποιήσεις. Προβλήματα δημιουργεί και η ευκολία με την οποία αλλάζει τους όρους ιδιωτικοποιήσεων που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί, ιδιαίτερα στον τομέα της φορολογίας. Από τη μια όλοι οι κυβερνητικοί αρμόδιοι υπογραμμίζουν την αναγκαιότητα ενός σταθερού φορολογικού πλαισίου και από την άλλη το αλλάζουν συνεχώς με εντυπωσιακή άνεση.

Επιβαρύνσεις χωρίς τέλος

Κάθε φορά που η κυβέρνηση πέφτει έξω στους υπολογισμούς της, επινοεί μια νέα φορολογική ή ασφαλιστική επιβάρυνση, σε μάταιη αναζήτηση νέων πόρων. Αντί να προβληματιστεί από το γεγονός ότι τα φορολογικά και ασφαλιστικά έσοδα κινούνται επί κυβέρνησης Τσίπρα σταθερά κάτω από το επίπεδο στο οποίο ήταν επί κυβέρνησης Σαμαρά, εντατικοποιεί την εφαρμογή μιας αδιέξοδης πολιτικής. Δεν θέλει να δεχτεί ότι η δημοσιονομική σταθεροποίηση και η προετοιμασία της οικονομικής ανάκαμψης περνάνε υποχρεωτικά από τη μείωση των δημοσίων δαπανών, όσο πολιτικά και κοινωνικά δύσκολη και αν είναι αυτή. Ο ιδιωτικός τομέας δεν μπορεί να χρηματοδοτήσει το σημερινό επίπεδο των δαπανών και η λύση δεν μπορεί να αναζητηθεί στην κλιμάκωση της υπερφορολόγησής του και στην επιβολή νέων βαρών, αλλά σε κινήσεις που θα επιτρέψουν την ανασύνταξή του, ώστε να αρχίσει να δημιουργεί μεγαλύτερα εισοδήματα και περισσότερο πλούτο.

Επαναλαμβάνεται σε χειρότερες συνθήκες το λάθος στρατηγικής σημασίας που μετέτρεψε το ελληνικό μνημόνιο σε μιας μεγάλης διάρκειας οικονομική παγίδα, ενώ όλες οι άλλες χώρες που βρέθηκαν αντιμέτωπες με μνημονιακές καταστάσεις τις άφησαν οριστικά πίσω τους. Η αναγκαία προσαρμογή επιδιώκεται μέσω της αύξησης των φορολογικών και άλλων βαρών, ενώ ο αρχικός σχεδιασμός του πρώτου μνημονίου έδινε απόλυτη προτεραιότητα στη μείωση των δημοσίων δαπανών.

Δημοσιεύθηκε στην Free Sunday

Related Posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

%d bloggers like this: