ZoomNews

Μήπως η κρίση είναι η φυσική μας κατάσταση;

Του Χρήστου Χωμενίδη

“Το προσφυγικό, μεταξύ μας, πιο πολύ μάς βοήθησε παρά μας έβλαψε. Γεμάτα ήταν τα ξενοδοχεία όλο το χειμώνα, θες από εύπορους πρόσφυγες, θες από ΜΚΟδες και αστυνομικούς της Frontex. Οι ταξιτζήδες έκαναν χρυσές δουλειές. Ο ιδιοκτήτης μίας καταχρεωμένης καφετέριας συνεταιρίστηκε με κάποιον από την Συρία –απ’ την Συρία; από την Αίγυπτο; θα σε γελάσω- και έβαλε στο μαγαζί του ναργιλέδες και αραβικά φαγητά. Ουρές σχημάτιζαν μέρα-νύχτα οι νεοφερμένοι. Σε λίγες εβδομάδες είχε ρεφάρει!” Αυτά μου έλεγαν την περασμένη εβδομάδα στην Μυτιλήνη.
Το Αιγαίο και το Ιόνιο δεν έχουν πολυκαταλάβει τόσα χρόνια από κρίση, ας είναι καλά ο τουρισμός που σταθερά ανεβαίνει. Η Κρήτη; Εκεί κι αν διατηρεί ο κόσμος την ευεξία του, ευλογημένος τόπος γαρ, εννιά μήνες το χρόνο καλοκαίρι, οι καλλιέργειες να θάλλουν, οι ξένοι να’ ρχονται και να ξαναβρίσκουν τη χαρά της ζωής.
Στο κέντρο της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης τα εστιατόρια και τα μπαρ πολλαπλασιάζονται σαν τα κουνέλια – “δεν παίρνει ο κόσμος δεύτερο ποτό!” παραπονιέται ένας ιδιοκτήτης, “τότε γιατί άνοιξες και δεύτερο μαγαζί μέσα σε ένα χρόνο;” τον ρωτάω ευθέως. 1.562 -το σημειώνω και ολογράφως, χίλιες πεντακόσιες εξήντα δύο- παραστάσεις κάθε λογής και ποιότητας ανέβηκαν σε μια σαιζόν στην Ελλάδα. Οι ηθοποιοί βεβαίως πένονται, οι σκηνοθέτες και οι συγγραφείς δουλεύουν για το μεράκι και για το “γαμώτο”, το καραβάνι πάντως προχωράει. Οι μεγάλες θεατρικές και μουσικές σκηνές είναι –και μπράβο τους!- γεμάτες.
Στα χαρτιά και στα λόγια, η Ελλάδα υποφέρει. Από το 2010 μέχρι σήμερα, έχει χάσει το ένα τέταρτο του εθνικού προϊόντος της. Η ανεργία έχει εκτιναχθεί, χιλιάδες επιχειρήσεις έχουν κλείσει ή έχουν μεταφέρει την έδρα τους στο εξωτερικό. Επιβιώνουμε χάρη στον αναπνευστήρα με τον οποίον μάς έχουν συνδέσει οι θεσμοί και που διαρκώς προσπαθούμε να τον φτύσουμε -βήχοντας πατριωτικά, αντιμνημονιακά, υστερικά- ενώ ταυτόχρονα ρουφάμε λαίμαργα το οξυγόνο του.
Υπάρχουν άνθρωποι σε κάθε γειτονιά, σε κάθε οικογένεια σχεδόν, οι οποίοι πολύ δύσκολα περνούν τον κάθε μήνα. Υπάρχουν κι άλλοι που το μείγμα της προσωπικής τους διαδρομής με τις επικρατούσες συνθήκες απεδείχθη εκρηκτικό. Που βρέθηκαν να επαιτούν, να κοιμούνται στο δρόμο. Αντίκρυσα με τα μάτια μου τον εξηντάρη νεοάστεγο με το αξιοπρεπέστατο κοστούμι να πηγαίνει από τραπέζι σε τραπέζι και να πουλάει λουλούδια, μαζεμένα ποιος ξέρει από πού…
Ο περισσότερος εντούτοις κόσμος κάπως τη βγάζει. Κάπως μένει στον αφρό. “Επιλέγουν να πάνε εκδρομή για Πάσχα παρά να αποδώσουν εγκαίρως τον ΦΠΑ. Προτιμούν να αγοράσουν καινούργιο κινητό παρά να πληρώσουν τον ΕΝΦΙΑ. Εν γνώσει των συνεπειών του νόμου.” Ποιών συνεπειών; Κατά 2,7 δισεκατομμύρια ευρώ αυξήθηκαν οι οφειλές των Ελλήνων προς το δημόσιο μέσα σε δύο μήνες. Πώς θα τους τιμωρήσουν; Θα τους χώσουν όλους στη φυλακή; Θα τους κατάσχουν τα περιουσιακά στοιχεία; Για να τα κάνουν τι; Για να τα βγάλουν στον πλειστηριασμό;
Ίσχυε εδώ και δεκαετίες στην Ελλάδα ένα άγραφο κοινωνικό συμβόλαιο. Οι πολίτες υποδύονταν πως πλήρωναν φόρους και το κράτος παρίστανε ότι τους προσέφερε κοινωνικές υπηρεσίες. Η χώρα λειτουργούσε με δυό κινητήρες. Έναν απαρχαιωμένο και ελαττωματικό, μονίμως ελλειμματικό. Την επίσημη οικονομία. Κι έναν δυναμικό, που έκαιγε το πιο βρώμικο καύσιμο, προωθούσε ωστόσο το σκάφος. Την παραοικονομία.
Παραοικονομία σημαίνει παραπαιδεία, φακελλάκια στα νοσοκομεία, συστηματική διασπάθιση της δημόσιας περιουσίας, του εθνικού κυρίως πλούτου. Η παραοικονομία και η πελατειακή νοοτροπία, εντελώς πλέον ανεξέλεγκτες στην περίοδο της αστακομακαρονάδας, μάς οδήγησαν στα βράχια. Στην εποχή των μνημονίων –ιδού το παράδοξο!- αμφότερες καλά κρατούν.
Από το 1821 –ή και πολύ ενωρίτερα- ένα ποσοστό των Ελλήνων ζει και πεθαίνει οραματιζόμενο μια “κανονική” χώρα, με θεσμούς που να λειτουργούν. Με αξιοκρατία, διοικητική διαφάνεια, ξεκάθαρους και ρεαλιστικούς συλλογικούς στόχους. Επιτυγχάνουν οι ρομαντικοί αυτοί σποραδικές νίκες. Προωθούν κατά καιρούς το αίτημα του εξορθολογισμού και του εκσυγχρονισμού και βιάζονται να πανηγυρίσουν την εμπέδωση της κοινωνίας των πολιτών. Κι έπειτα, με ανατριχιαστική ακρίβεια και με παραλυτική ορμή, επελαύνει το τσουνάμι του λαϊκισμού, του φατριασμού, της ευνοιοκρατίας. Και σαρώνει τα πάντα.
Ιωάννης Καποδίστριας, Αλέξανδρος Κουμουνδούρος, Χαρίλαος Τρικούπης, Ελευθέριος Βενιζέλος, Αλέξανδρος Παπαναστασίου, ύστερος Κωνσταντίνος Καραμανλής, πρώιμος Κώστας Σημίτης. Όλοι τους μαζί δεν κυβέρνησαν για παραπάνω από το ένα τρίτο του ελεύθερου βίου μας. Στα ενδιάμεσα, η πατρίδα θα έπρεπε κανονικά να έχει ξεθεμελιωθεί, να έχει απανθρακωθεί, έρμαιη βοναπαρτίσκων, κομματαρχών και τζουτζέδων. Κι όμως, οι ζωές των ανθρώπων εξακολουθούσαν. Οι Έλληνες κατάφερναν να κάνουν τα κουμάντα τους, ισορροπώντας στην κόψη, βυθιζόμενοι στον παραλογισμό, αναγεννώμενοι τακτικά από τη στάχτη τους. Έβγαζαν τακτικά τα μάτια τους. Αλλά δεν έχαναν ποτέ εντελώς την όρασή τους.
Ποια κρίση; Μήπως θα έπρεπε να μιλάμε για την κανονική, για τη φυσική μας κατάσταση;

Δημοσιεύθηκε στο Capital.gr

Related Posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

%d bloggers like this: