ZoomNews

Προς τα πού πάει ο μνημονιακός ΣΥΡΙΖΑ

Του Γιάννη Βούλγαρη

Το περιώνυμο «μήνυμα της κάλπης» έχει όλη την αμφισημία της κατάστασης στην οποία βρίσκεται η χώρα μετά τη μνημονιακή στροφή του ΣΥΡΙΖΑ. Εκ πρώτης όψεως μπορείς να το διαβάσεις με τη ματιά «πάλι τα ίδια βγήκανε». Ο κόσμος ξαναψήφισε Τσίπρα με το ίδιο ποσοστό και ο Τσίπρας έκανε πάλι μια οπισθοδρομική κυβέρνηση, χωρίς βεβαίως εκείνους και εκείνες που ο λαός έστειλε ευτυχώς στο περιθώριο. Μπορείς όμως να διαβάσεις το «μήνυμα» και από άλλη σκοπιά. Οτι μεταξύ του Ιανουαρίου και του Σεπτεμβρίου έχει επέλθει μια πολιτική τομή στην Ελλάδα. Το αντιμνημόνιο ηττήθηκε πολιτικά καθόσον αποδείχθηκε διαμαρτυρία χωρίς εναλλακτικό σχέδιο. Τα κόμματα της δραχμής εξαερώθηκαν, παρά τον θόρυβο που έκαναν στο προσκήνιο και τις πραξικοπηματικές κινήσεις που έκαναν στο παρασκήνιο. Η μνημονιακή στροφή του ΣΥΡΙΖΑ και η επικύρωσή της από το εκλογικό σώμα δημιούργησε εκ των πραγμάτων έναν κοινό παρονομαστή πολιτικής συναίνεσης και ένα νέο πλαίσιο, εντός του οποίου θα κινηθεί ο κομματικός ανταγωνισμός. Με καθυστέρηση έξι χρόνων επικρατεί και στην Ελλάδα αυτό που ήταν από την αρχή κεκτημένο στην Ιρλανδία, στην Πορτογαλία και στην Κύπρο.

Αλλαγή εποχής; Μεγάλη κουβέντα. Αλλαγή φάσης σίγουρα. Η περίοδος της αντίθεσης Μνημόνιο – αντιμνημόνιο πέρασε στο παρελθόν, όπως και η «σκληρή διαπραγμάτευση» με χαρτί το Grexit α λα Βαρουφάκη και «συμμορία της δραχμής». Δεν αποκλείεται εντελώς να επανέλθει το Grexit, ξένοι παρατηρητές δίνουν πιθανότητες 20%-30%, αλλά μάλλον θα αποδειχθούν υπερβολικές. Η φάση εκείνη αντιστοιχούσε σε μια κατανοητή διάθεση άμυνας της κοινωνίας που έβλεπε να παρασύρεται από τα κύματα της χρεοκοπίας. Μιας κοινωνίας που, όπως και άλλες φορές στο παρελθόν, δυσκολεύεται ή αργεί να προσανατολιστεί όταν το διεθνές περιβάλλον αποσταθεροποιείται. Γιατί δυσκολεύεται; Γιατί το δυναμικό τμήμα του ελληνικού καπιταλισμού είναι μικρό και επομένως η κοινωνία δεν εμπιστεύεται τις δυνάμεις της στον διεθνή ανταγωνισμό. Γιατί το πολιτικό σύστημα αναδεικνύεται σε παράγοντα επιδείνωσης της κρίσης, παρά σε καθοδηγητή της υπέρβασης. Γιατί επικρατεί μια πολωτική πολιτική κουλτούρα και αναθερμαίνεται ο εθνικολαϊκισμός, που ενδημεί στη συλλογική μας ταυτότητα. Γιατί ο ρόλος των διεθνών δυνάμεων σε φάσεις αποσταθεροποίησης γίνεται εξ ορισμού περισσότερο αντιφατικός και συγκρουσιακός. Ολες οι ευρωπαϊκές χώρες που δοκιμάστηκαν από τη διεθνή κρίση αντέδρασαν αρχικά με άμυνα. Σε όλες η κοινωνική δυσαρέσκεια εκδηλώθηκε με «τιμωρητική ψήφο» προς την εκάστοτε κυβέρνηση, ανεξαρτήτως χρώματος. Μόνο όμως στην Ελλάδα η συντήρηση του παλαιού διεκδικήθηκε με τόσο αδιάλλακτο και ριζοσπαστικό τρόπο, παρατείνοντας την ύφεση και την κοινωνική υποβάθμιση.

Η φάση αυτή τέλειωσε, αλλά δεν έχει ανοίξει η νέα εποχή της εθνικής ανασυγκρότησης. Με τη στροφή του Τσίπρα εξασφαλίστηκε μια σημαντική προϋπόθεση. Η κοινή αποδοχή ότι η υπέρβαση της κρίσης απαιτεί τη συνεννοημένη με τους εταίρους εφαρμογή του Μνημονίου και την επιστροφή σε συμπεριφορές κανονικού κράτους-μέλους της ΕΕ. Η συνθήκη είναι αναγκαία αλλά όχι ικανή. Μπορεί να οδηγεί στην επιθυμητή φάση της εθνικής ανασυγκρότησης, μπορεί όμως εξίσου να καταλήγει σε παρατεταμένο «σούρσιμο», σε στασιμότητα και επισφαλή ανάκαμψη.

Υπάρχουν τουλάχιστον τρία κριτήρια που θα καθορίσουν ποιον από τους δύο δρόμους θα ακολουθήσουμε.
– Το πρώτο είναι η διοικητική επάρκεια της κυβέρνησης.
– Το δεύτερο είναι αν το Μνημόνιο θα εφαρμοστεί με μεταρρυθμιστικό πνεύμα και στο πλαίσιο μιας στρατηγικής ευρύτερων διαρθρωτικών αλλαγών ή αν θα επικρατήσει η δομική ακινησία.
-Το τρίτο είναι η συναινετική με τους εταίρους διόρθωση του Μνημονίου Τσίπρα στα μέρη εκείνα που φορολογεί υπερβολικά και που αποθαρρύνει τις επενδύσεις.

Χωρίς την ικανοποίηση αυτών των τριών κριτηρίων θα εμπλακούμε στη γνωστή αγωνία για τη διεκπεραίωση του δημοσιονομικού και μόνο σκέλους, παραμένοντας στον φαύλο κύκλο της ύφεσης χωρίς μεταρρυθμίσεις. Ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται στο επίκεντρο της αμφισημίας και των διλημμάτων της σημερινής φάσης. Το ίδιο και ο Τσίπρας προσωπικά, καθώς το 35% των ψηφισάντων ανανέωσε την εμπιστοσύνη προς το πρόσωπό του παρέχοντας μια γενική εξουσιοδότηση να διαχειριστεί τη νέα φάση. Προς τα πού θα προσανατολιστεί ο ΣΥΡΙΖΑ; Η έως τώρα θητεία του δείχνει προς το «σούρσιμο» και τη στασιμότητα. Τον προδιαθέτει το DNA του. Υπήρξε γέννημα και εκφραστής του ριζοσπαστικού συντηρητισμού με τον οποίο η ελληνική κοινωνία απάντησε στην κρίση. Η συμβολή του Τσίπρα στην επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ ήταν καθοριστική. Οχι μόνο λόγω της πολιτικής του ικανότητας. Πρακτικά, έκανε το παλαιό να φαίνεται νέο. Η εικόνα του νέου, ωραίου και επικοινωνιακού Πρωθυπουργού να περιστοιχίζεται από την ηλικιωμένη στελέχωση μιας μερίδας της Αριστεράς της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου και από τους καμμένους αποτυπώνει το πρόβλημα και τις αντιφάσεις του φορέα. Δεν ήταν λοιπόν παράξενο που η επτάμηνη κυβερνητική θητεία τους κατέληξε όπως κατέληξε.

Και μετά τη στροφή, οι προσδοκίες από τον Τσίπρα και αυτόν τον ΣΥΡΙΖΑ είναι περιορισμένες. Περιμένουμε να υπερβεί οριστικά την προηγούμενη φάση της αμυντικής περιχαράκωσης και της αντιμνημονιακής δημαγωγίας.

Περιμένουμε να βάλει τελεία στο γκραν γκινιόλ κεφάλαιο της Ελλάδας. Από κει και πέρα, πρόσθετες προσδοκίες φαίνονται λιγότερο πιθανές να εκπληρωθούν. Ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ και ο Τσίπρας μέσα σε αυτόν δεν μπορούν να τροχοδρομήσουν τη νέα εποχή της εθνικής ανασυγκρότησης. Αλλωστε, η εκκίνηση μετά την εκλογική νίκη δεν επιτρέπει πολλή αισιοδοξία. Κυβέρνηση εμφανούς ανεπάρκειας, με επιλογές που συντόμως θα προκαλέσουν προβλήματα. Εσωτερικές διαιρέσεις που μεταφράζονται ήδη σε διεκδικήσεις θέσεων και τιμαρίων. Νοοτροπίες που τείνουν στην οικοδόμηση κομματικού κράτους. Καλλιέργεια «διπλής γλώσσας» προκειμένου να καλυφθεί το χάσμα μεταξύ ιδεολογικού λόγου και κυβερνητικής – κομματικής πρακτικής. Οποιος περιμένει από τον ΣΥΡΙΖΑ να εξελιχθεί σε μεταρρυθμιστικό κόμμα στο προσεχές μέλλον μάλλον περιμένει τον λάθος άνθρωπο, σε λάθος μέρος, τη λάθος ώρα.

Ας είμαστε λοιπόν ολιγαρκείς προσδοκώντας ο ΣΥΡΙΖΑ να παραμείνει τουλάχιστον στη σωστή κατεύθυνση χωρίς τυχοδιωκτισμούς και οπισθοχωρήσεις που μπορεί να αποδειχθούν μοιραίες. Σε αυτό το πλαίσιο, τα κόμματα της φιλευρωπαϊκής αντιπολίτευσης οφείλουν να παίξουν τον δικό τους ρόλο. Το εκλογικό αποτέλεσμα τα απάλλαξε από ευθύνες συγκυβέρνησης. Η αντίθεση κυβέρνηση – αντιπολίτευση επανέρχεται ως βασική γραμμή αντιπαράθεσης. Αυθόρμητη εξάλλου βγαίνει η ψυχολογική αντίδραση «τώρα λουστείτε εσείς τα Μνημόνια», καθώς επί πέντε χρόνια τα φιλευρωπαϊκά κόμματα υπέστησαν τη χυδαία επιθετικότητα των συριζαίων. Ωστόσο η χώρα πρέπει να γυρίσει συνολικά σελίδα. Και ο χαρακτήρας της ασκούμενης αντιπολίτευσης, η ποιότητα του κομματικού ανταγωνισμού περιλαμβάνονται στις αναγκαίες αλλαγές. Αυτή όμως είναι μια συζήτηση που ήδη έχει ανοίξει και ασφαλώς θα συνεχιστεί.

Δημοσιεύθηκε στα ΝΕΑ

Related Posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *