ZoomNews

Τι πρέπει να σημαίνει η φράση «περισσότερη Ευρώπη»; Μια ζωτική ερώτηση για την Ένωση

Των Θεόδωρου Πελαγίδη & Μιχάλη Μητσόπουλου*

Μια τέτοια αναφορά ξεχωρίζει σαφώς στο σημερινό διεθνές περιβάλλον, το μολυσμένο από τον λαϊκισμό, τον απολυταρχισμό και τη δημαγωγία.

Σε πρόσφατη συνέντευξή του στο TF2 προσδιόρισε τους τομείς στους οποίους η Ευρώπη πρέπει να επικεντρωθεί από τούδε με θετικό τρόπο, εξηγώντας πρακτικά και με πραγματισμό τους λόγους. Ωστόσο, για να αποδεχτεί μια τέτοια πρόοδο, η Ευρώπη πρέπει πρώτα να αναγνωρίσει τα κρίσιμα σφάλματα στην τρέχουσα οικονομική και πολιτική της αρχιτεκτονική και στη συνέχεια να προχωρήσει σε επαρκείς πολιτικές ώστε να αποκαταστήσει τον δυναμισμό του «ευρωπαϊκού ονείρου».

Είναι αλήθεια ότι η Ευρώπη «έπεσε» απροετοίμαστη στο κοινό νόμισμα, ακολουθώντας το λεγόμενο «δόγμα Μονέ», το οποίο προϋποθέτει ότι οι προκλήσεις θα αντιμετωπίζονται «καθ’ οδόν». Ενώ οι πολιτικοί στην Ευρώπη έσπευσαν να απολαύσουν τα συγχαρητήρια του πρώτου καιρού της Ένωσης, απέφυγαν να λάβουν τις δύσκολες πολιτικές αποφάσεις που απαιτούνταν αργότερα, για να αποτρέψουν τη μεγέθυνση κάποιων από αυτές τις προκλήσεις.

Οι δύο λόγοι που συνήθως προβάλλονται για την αποτροπή του Grexit –ο κίνδυνος μόλυνσης και το τεράστιο κόστος λόγω έκθεσης του διατραπεζικού συστήματος εκκαθάρισης TARGET2– απλώς πιστοποιούν ξανά την έλλειψη κατανόησης των προβλημάτων της Ευρώπης και των μέσων επίλυσης όσων προκαλούν αδυναμία στην Ένωση. Το να αντιμετωπίζεται το ζήτημα της Ελλάδας κατ’ αυτόν τον τρόπο είναι παρόμοιο σε σοβαρότητα και ποιότητα με το επιχείρημα ότι η χώρα «τρύπωσε» στην ΟΝΕ χρησιμοποιώντας ψευδή στοιχεία. Το να αναλύει κανείς τι συνέβη στην Ελλάδα πριν από την ένταξη και να εξετάζει υπολογισμούς βασισμένους σε μερική εκτίμηση μόνο στατικών ή βραχυπρόθεσμων συνεπειών του Grexit είναι εντελώς λάθος.

Αγνοεί την ανάλυση του τι συνέβη κατά τη διάρκεια των δέκα ετών που η Ελλάδα και πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες ήταν μέρος του ενιαίου νομίσματος και του τι δεν έκαναν κατά τη διάρκεια των χρόνων αυτών. Το να δίνεται έμφαση στα επίπεδα του ελλείμματος και του χρέους του 1999 εν έτει 2017, ως η βασική αιτία των προβλημάτων του ευρώ, είναι πολύ βολικό, αν κάποιος θέλει να αποφύγει τη συζήτηση σχετικά με το γιατί τα επίπεδα χρέους απέτυχαν να πέσουν μεταξύ του 2000 και του 2010.

Υπό αυτή την έννοια, το να κατηγορείται, π.χ., η Ελλάδα ότι «πείραξε» τα νούμερα για να πετύχει την ένταξή της στην ΟΝΕ, χωρίς να διερωτάται κανείς γιατί δεν εφαρμόστηκαν επί δέκα χρόνια οι δημοσιονομικοί κανόνες, γιατί οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις της «Ατζέντας της Λισαβόνας» (που σήμερα όλοι θέλουν να ξεχάσουν) σέρνονταν στο διηνεκές και γιατί οι εθνικές παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου ακόμα και σήμερα οδηγούν μόνο σε πρόστιμα που πληρώνονται από αυτούς που υποφέρουν από το ανολοκλήρωτο της Ένωσης, δεν είναι μόνο άδικο, είναι και καταστροφικό.

Ένα τόσο δυσλειτουργικό status quo περιορίζει τη συζήτηση για έναν βιώσιμο δρόμο για την Ευρώπη, που θα περιλάμβανε επιλογές στις οποίες ένα «αυτοκίνητο χωρίς οδηγό» θα μπορούσε να ταξιδέψει σε όλα τα μήκη της ηπείρου ή ένα drone θα μπορούσε να λειτουργεί σε πολλές χώρες, όπως τις οραματίστηκε η πρόσφατη Λευκή Βίβλος, που ακολουθεί τα βήματα της Έκθεσης των Πέντε Προέδρων του 2015, «Ολοκληρώνοντας την Οικονομική και Νομισματική Ένωση της Ευρώπης».

Η ακινησία αυτή επιτρέπει στους Ευρωπαίους ηγέτες να αποφύγουν για άλλη μια φορά τη σκληρή ερώτηση: Τι πρέπει να σημαίνει η φράση «περισσότερη Ευρώπη»; Ορίζεται, στ’ αλήθεια, η «περισσότερη Ευρώπη» μόνο από τα ευρωομόλογα και το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα ή το επίδομα ανεργίας; Θα μπορούσε αυτό το επίπεδο ασφάλειας να μας παράσχει την απάντηση που θα ικανοποιούσε το τρεμάμενο χέρι μας καθώς καλούμαστε να επιλέξουμε ανάμεσα στην «Ένωση των Μεταβιβάσεων» –μια πιο ομόσπονδη, αλληλέγγυα Ευρώπη– και στην «Ένωση της Εκδίκησης»;

Ο περιορισμός της συζήτησης στην αποτίμηση των επιλογών που προσφέρει ένα ατάκτως σχεδιασμένο και συντεθειμένο μενού για άλλη μια φορά μας αποσπά από την ανάγκη να κάνουμε μια σοβαρή συζήτηση για το τι πρέπει να σημαίνει η «περισσότερη Ευρώπη» με πάσα λεπτομέρεια, αντί για το πόσο από αυτό το κακοσχεδιασμένο μενού θα πρέπει να παραγγείλουμε ή να καλέσουμε τους ψηφοφόρους να το δεχτούν, είτε το θέλουν είτε όχι.

Έτσι, αν η Ευρώπη επιθυμεί να έχει μέλλον, είναι η κατάλληλη ώρα να συζητηθεί με πλήρη σοβαρότητα το τι είναι σήμερα η Ευρώπη, τι πρέπει να είναι και το ακριβές νόημα της φράσης «περισσότερη» ή «λιγότερη Ευρώπη».

*Ο Μιχάλης Μητσόπουλος είναι συντονιστής Έρευνας και Ανάλυσης στον ΣΕΒ.

Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο blog του Ιδρύματος Brookings.

Related Posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

%d bloggers like this: