ZoomNews

Ζητείται εχθρός

Γράφει ο Γιάννης Κωνσταντινίδης
Θα ήταν ψέμα να ισχυριστώ ότι ως πατέρας δεν έχω κάποιες φορές βρεθεί στην άχαρη θέση να καταπατήσω μια υπόσχεση που έχω δώσει στα παιδιά μου εξαιτίας υποεκτιμημένων εμποδίων που θέτει η πραγματικότητα. Η αναβολή μιας εκδρομής, η αγορά ενός υποκατάστατου προϊόντος, η μείωση του χρόνου μιας κοινής μαζί τους δραστηριότητας.
Η ματαίωση των προσδοκιών των παιδιών επιχειρείται αυθόρμητα τότε να μετριαστεί με αναφορά σε κάποιον τρίτο, στον οποίο μεταβιβάζεται η ευθύνη για την αδυναμία πραγματοποίησης της προγραμματισθείσας συμφωνίας μεταξύ του γονιού και των παιδιών: ένας προϊστάμενος, ένας πελάτης, η μητέρα τους, ή ακόμα και η «άδικη κοινωνία», επιστρατεύονται με στόχο να δικαιολογήσουν την ασυνέπεια λόγου και πράξης. Η ανάγκη είναι φυσική. Τόσο για τον γονέα, ο οποίος επιθυμεί να διατηρήσει τον μύθο του, όσο και για παιδί, το οποίο δεν είναι έτοιμο να δεχτεί τη ματαίωση.
 Υποσχέσεις, πράξεις, ματαιώσεις. Στον ατέρμονο κύκλο της διαχείρισης της σχέσης αντιπροσώπευσης από μέρους του πολιτικού, ξεχωριστή θέση κατέχει το κομμάτι που αφορά τη μεταβίβαση της ευθύνης για τη ματαίωση σε κάποιον τρίτο.
Μια τέτοια διαχείριση μπορεί να συντηρήσει ανέπαφη τη σχέση του πολιτικού με τους ψηφοφόρους για μεγάλα χρονικά διαστήματα, καθώς το έλλειμμα αλήθειας θα φορτώνεται σε δρώντες εκτός της διμερούς σχέσης. Κλειδί της επιτυχίας μιας τέτοιας τακτικής μεταβίβασης ευθύνης είναι η μείξη της με μια άλλη τακτική, της κατασκευής ενός εχθρού. Όταν ο τρίτος δεν αντιμετωπίζεται ως δευτερεύων παίκτης, αλλά φορτίζεται αρνητικά, τότε, πέραν της αποτελεσματικότητας στη διαχείριση της ματαίωσης, ο πολιτικός πετυχαίνει και τη δημιουργία συνεκτικού μετώπου άμυνας γύρω από τον εαυτό του ή το κόμμα του, το οποίο του είναι χρήσιμο και σε μετέπειτα χρόνους.
Η σημερινή κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ μοιάζει να είναι ένα δυνατό παράδειγμα εφαρμογής αυτών των τακτικών. Η απόκλιση μεταξύ των προεκλογικών υποσχέσεων που προηγήθηκαν της ανόδου της στην εξουσία τον Ιανουάριο του 2015 και των κυβερνητικών ενεργειών, στις οποίες προχώρησε κυρίως από το καλοκαίρι του 2015 και μετά, δημιούργησε συνθήκες υποδειγματικής διάψευσης των προσδοκιών. Υπό αυτές τις συνθήκες, η χρήση της τακτικής της μεταβίβασης σε συνδυασμό με αυτήν της κατασκευής εχθρών έμοιαζε επιβεβλημένη, ώστε να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη των ψηφοφόρων των δύο κυβερνητικών κομμάτων προς τη νέα κυβέρνηση.
Από πολύ νωρίς, και με αφορμή ήδη την ψήφιση του τρίτου μνημονίου το καλοκαίρι του 2015, η κυβέρνηση διαχώρισε τις επιλογές πολιτικής στις οποίες προέβαινε από τη βούλησή της. Την ευθύνη της επιβαρυνόμενης καθημερινότητας των πολιτών και της μη βελτίωσης της οικονομικής τους κατάστασης δεν έφερε η κυβέρνηση, αλλά όσοι της επέβαλλαν κάθε φορά τα μέτρα λιτότητας. Προχωρώντας ένα βήμα παραπέρα, η κυβέρνηση πλαισίωνε τους υπαίτιους των μέτρων με χαρακτηριστικά «εχθρού»: η εγχώρια ολιγαρχία, η οποία ευθυνόταν για την κατεστραμμένη οικονομία, ήταν διεφθαρμένη, και οι δυνάμεις της Ευρώπης, οι οποίες αντάλλασσαν τον δανεισμό με τα μέτρα, ήταν εμμονικά νεοφιλελεύθερες.
Πόσο επιτυχής είναι όμως η παραπάνω στρατηγική της κυβέρνησης Τσίπρα; Τα ευρήματα ενός πειράματος σε ποσοτική έρευνα που υλοποίησε πρόσφατα η εταιρεία Prorata αποδεικνύουν την επιτυχία του εγχειρήματος. Το πείραμα επιχείρησε να καταγράψει τις τοποθετήσεις των ψηφοφόρων έναντι του ενδεχομένου επιβολής μέτρων δημοσιονομικής λιτότητας σε μια ευρωπαϊκή χώρα που κινδυνεύει με άτακτη χρεοκοπία και, κυρίως, να συγκρίνει τις τοποθετήσεις αυτές με εκείνες ψηφοφόρων στους οποίους δινόταν η επιπρόσθετη ψηφοφορία ότι η λιτότητα επιβάλλεται λόγω είτε της «οργανωμένης και διεφθαρμένης εγχώριας ολιγαρχίας που δεν πλήρωνε κατά το παρελθόν» είτε «των νεοφιλελεύθερων εμμονών της Ε.Ε.».

Ως βάση για τη μελέτη της επίδρασης της πλαισίωσης του εχθρού στις τοποθετήσεις των εκλογέων, και κυρίως των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ, οι οποίοι και ήταν οι πλέον ευαίσθητοι στο ζήτημα της ματαίωσης των προσδοκιών τους, τέθηκε η κατανομή των απαντήσεων εκείνων στους οποίους δεν δόθηκε κάποια αιτιολόγηση της λιτότητας. Μεταξύ αυτών, το 44% τάχθηκε κατά της λιτότητας ως επιλογής αποφυγής της άτακτης χρεοκοπίας, ενώ το 29% αυτών τάχθηκε υπέρ της επιλογής αυτής.

Ενώ το ποσοστό εκείνων που διαφωνούν με την επιλογή της λιτότητας παραμένει σταθερό και σε εκείνα τα δείγματα ερωτηθέντων στους οποίους δόθηκαν οι αιτιολογήσεις για την επιλογή της λιτότητας, το ποσοστό εκείνων που συμφωνούν μειώνεται σημαντικά και στις δύο περιπτώσεις. Μόνο το 22% συμφωνεί με την επιλογή της λιτότητας όταν ως αιτία αυτής δίνεται η συμπεριφορά της διεφθαρμένης ολιγαρχίας και μόνο το 18% συμφωνεί όταν ως αιτία αυτής δίνεται η ιδεοληπτική εμμονή της Ε.Ε. Η σύνδεση των επώδυνων επιλογών με «εχθρούς» μειώνει την αποδοχή των επιλογών, οι οποίες άλλωστε διαφέρουν από τη βαθιά βούληση της κυβέρνησης.

Γίνεται εμφανές ότι η αναφορά σε τρίτους που πλαισιώνονται με την ετικέτα του «εχθρού» δημιουργεί ένα πλέγμα προστασίας της κυβέρνησης. Η χρήση της ίδιας τακτικής σε κάθε αφορμή παγιώνει την εικόνα αντιπαράθεσης του «καλού» με το «κακό», μια σύγκρουση στην οποία η στοίχιση κάποιου με τη μία από τις δύο πλευρές είναι ουσιαστικά αδύνατη. Τα παιδιά πάντα δικαιώνουν τους γονείς τους, ακόμα και όταν εκείνοι διαψεύδουν τις προσδοκίες. Ή τουλάχιστον αυτό κάνουν μέχρι να μεγαλώσουν.

Related Posts

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

%d bloggers like this: